Διευθυντής Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥΡΙΖΑ

Posts tagged ‘πρόγραμμα’

Αριστερή προγραμματική αντιπολίτευση


ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΛΑΦΑ

Ξανά, μετά από καιρό, στη φιλόξενη στήλη των «Συναντήσεων», μετά από μια εκλογική μάχη που μας έδωσε χαρά. Θέλοντας να γράψω για τα μετεκλογικά, ξεκινάω με ολίγα -και επιγραμματικά- προεκλογικά.

Υπήρξε απόλυτα ορθή η επιλογή να προτάξουμε, αφενός την κρίση, με τις επιπτώσεις της και την αναζήτηση διεξόδου, και αφετέρου το πρόγραμμά μας, με ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομία. Ταυτιστήκαμε, έτσι, με το δίπτυχο «κρίση – πρόγραμμα» και αυτό μας προσέδωσε στίγμα και διακριτότητα. Εκπέμπαμε ότι θέλουμε και επιδιώκουμε να συμβάλουμε σε λύσεις στα πραγματικά προβλήματα τώρα και, παράλληλα, αναδεικνύαμε το πρόγραμμα σε χρήσιμο εργαλείο και κεντρικό κριτήριο στο ερώτημα για πιθανές συγκλίσεις και συνεργασίες. (περισσότερα…)

Advertisements

ΣΥΡΙΖΑ: Δρόμος ευθύνης και ελπίδας


Γιάννης Μπαλάφας, TVXS.gr, 28/09/2009

Προχωράμε προς τις εκλογές στις 4 Οκτωβρίου μέσα σε ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται, βασικά, από την γενικευμένη κρίση. Κρίση, πρωτίστως, οικονομική και κρίση ηθική.

Ζούμε τις επώδυνες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης που βασανίζουν χιλιάδες συνανθρώπους μας και υφιστάμεθα καθημερινά τη διάχυτη ηθική ανομία που διαβρώνει βασικούς αρμούς της κοινωνίας μας. (περισσότερα…)

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Η ΚΡΙΣΗ… (*)


του Γιάννη Μπαλάφα
μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ

Από τρεις αφετηρίες οφείλει να ξεκινά όποιος θέλει να προσεγγίσει, από πολιτική και αριστερή σκοπιά, τη συγκυρία.

Η πρώτη, είναι οι Ευρωεκλογές. Η μάχη των Ευρωεκλογών, η οποία θα είναι μια σκληρή δοκιμασία για το Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Η δεύτερη, είναι η προγραμματική θωράκιση, το πρόγραμμα, που συνιστά το βασικό εφόδιο στην προεκλογική αντιπαράθεση. Tο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που διαμορφώθηκε συλλογικά, είναι ένα συνεκτικό σύνολο ουσιαστικών αλλαγών και ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων. Είναι η προγραμματική πρόταση της πολιτικής συμμαχίας του ΣΥΡΙΖΑ. Μιας συμμαχίας συλλογικοτήτων αυτόνομων, από οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική άποψη, που μέσα από τη διαφορετικότητά της αναζητούν, κάθε φορά, τη συνισταμένη, τη σύνθεση, τον προωθητικό συμβιβασμό. Και αυτό εκφράζει και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Η τρίτη αφετηρία, αναμφισβήτητα η πιο σημαντική, είναι η κρίση. Η παγκόσμια κρίση της νεοφιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Μια κρίση που σηματοδοτεί  μια νέα ιστορική φάση, μια κρίση που τα αλλάζει όλα, που αλλάζει και εμάς.

Το κεντρικό ερώτημα της παρούσας και της επόμενης φάσης είναι πώς απαντά η Αριστερά στην κρίση!

Θεωρώ ότι η απάντηση της Αριστεράς για την αντιμετώπιση της κρίσης συγκροτείται από τρία αλληλένδετα και επάλληλα επίπεδα:

Το πρώτο, είναι η απόκρουση των συνεπειών της κρίσης. Είναι τα μέτρα που προτείνει η Αριστερά ενάντια στις απολύσεις, για την προστασία των ανέργων, για την αύξηση μισθών και συντάξεων, για την προστασία του κοινωνικού κράτους, για την επισφαλή εργασία, κ.λ.π. κ.λ.π. Πρόκειται για μέτρα – προτάσεις που διαμορφώνουν μια «ασπίδα κοινωνικής αλληλεγγύης» και καταγράφονται αναλυτικά στους 19 προγραμματικούς στόχους του Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.

Το δεύτερο επίπεδο, αφορά στην ιδεολογική αντιπαράθεση με τους απολογητές του νεοφιλελευθερισμού. Από την πλευρά μας προβάλλουμε το κοινωνικό και το συλλογικό ενάντια στο ατομικιστικό και το εγωιστικό, προβάλλουμε το δημόσιο χώρο ενάντια στον αγοραίο οικονομισμό, όπου όλα ιδιωτικοποιούνται, ξεπουλιούνται και εξαγοράζονται.
Σήμερα, προβάλλουμε την ανάγκη και τη δυνατότητα για πολιτικές στην κατεύθυνση μιας δημοκρατικής – σοσιαλιστικής αλλαγής. Σήμερα μπορείς να προπαγανδίζεις πολιτικές που εκπέμπουν άρωμα ενός σοσιαλισμού του 21ου αιώνα, ενός σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία, για όλους και πάντα. Και το νέο και εντυπωσιακό είναι ότι σήμερα πια, που τα νεοφιλελεύθερα δόγματα απέτυχαν, κατά γενική ομολογία, σε ακούνε, προσέχουν τι λες, προβληματίζονται.

Το τρίτο επίπεδο περιλαμβάνει όλα όσα αφορούν σε μια «θετική διέξοδο από την κρίση». Δηλαδή, παράλληλα με τις επιπτώσεις της κρίσης και την προοπτική, οφείλουμε να υποδεικνύουμε και μια στρατηγική διεξόδου από την κρίση και μάλιστα θετικής διεξόδου.
Η δικιά μας Αριστερά δεν αδιαφορεί για το πώς πάει η οικονομία και η χώρα συνολικά. Ο ρόλος μας δεν εξαντλείται απλά να παρακολουθούμε την απαξίωση και την καταστροφή του παραγωγικού δυναμικού της χώρας σε συνθήκες γενικευμένης ύφεσης. Δεν θέλουμε να φτάσουμε στον «πάτο» και τότε να ξαναρχίσει η ανάκαμψη του παραγωγικού κύκλου με τους όρους του κεφαλαίου. Εμείς δεν είμαστε οπαδοί του «όσο χειρότερα, τόσο καλύτερα»! Ούτε θεωρούμε ότι η κρίση είναι μόνο μια αφορμή για την ανατροπή του καπιταλισμού (στα λόγια, φυσικά!).

Γι΄αυτό αναζητούμε και προτείνουμε πολιτικές που οδηγούν στην ανάσχεση της κρίσης και την ανάκαμψη, μέσα από την αύξηση της ζήτησης με όρους πραγματικής οικονομίας.

Ορισμένοι διερωτώνται αν μπορεί να είναι «θετική» για τους πολλούς μια διέξοδος από την κρίση. Και τι σημαίνει «θετική διέξοδος».

Κατά τη γνώμη μου «θετική» μπορεί να χαρακτηρισθεί μια έξοδος από την κρίση, εφόσον, από τη μια πλευρά, μέσα από τη συνολική διαπάλη, έχουν κερδηθεί συνειδήσεις με τις ιδέες της Αριστεράς, έχουν κάνει βήματα μέσα στον κόσμο οι ιδέες και οι πρακτικές του κοινωνικού και του δημόσιου, της αλληλεγγύης και της αγωνιστικής αντιμετώπισης των προβλημάτων και ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, έχει γίνει κατορθωτό να προωθηθούν διαδικασίες και θεσμοί, μέτρα και πολιτικές αντινεοφιλελεύθερης λογικής, που – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – δεν θα είναι αντιστρέψιμα, ή, τουλάχιστον, εύκολα αντιστρέψιμα.

Αναφέρομαι, εδώ, σε γενικευμένα και στοχευμένα επενδυτικά προγράμματα από πλευράς δημοσίου, σε διαμόρφωση πόλου χρηματοπιστωτικού που θα λειτουργεί με νέα κριτήρια και θα βρίσκεται υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, σε πέρασμα υπό δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο, δηλαδή εθνικοποιήσεις, φορέων που σχετίζονται με κοινωνικά αγαθά, όπως ενέργεια, νερό, επικοινωνίες κ.λ.π.

Αυτή η λογική, που σε ένα βαθμό εκφράζεται και στο Πρόγραμμα του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, συνιστά, κατά τη γνώμη μου, τη διαλεκτική ενός δρόμου για ουσιαστικές αλλαγές, για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Αυτός είναι ο δημοκρατικός δρόμος για την πολιτικοκοινωνική αλλαγή, που θεωρεί τη δημοκρατία όχι μόνο μέσο αλλά και σκοπό.

Έτσι μπορείς να κερδίσεις κόσμο, να αντιπροσωπεύσεις, πολιτικά, σημαντικά τμήματα πολιτών, μπορείς να συμβάλλεις στην ανάπτυξη αγώνων, μπορείς να κερδίσεις και εκλογικά.

Έτσι διαμορφώνεται, μέσα στην κοινωνία, ένα ρεύμα πλειοψηφικό, αντινεοφιλελεύθερο και αντιδικομματικό, έτσι συγκροτείται μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία με κεντρικό το ρόλο της Αριστεράς.

Αλλιώς δεν γίνεται, δεν θέλουμε να γίνει. Δρόμοι που δεν αναφέρονται ρητά στη δημοκρατική πλειοψηφική έγκριση, σε ένα πλαίσιο πολυκομματικό, δημοκρατίας και ελευθερίας για όλους, δεν πρέπει να μας συγκινεί, δεν πρέπει να είναι η επιλογή μας.

Η προώθηση του στρατηγικής σημασίας στόχου της νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας, σχετίζεται άμεσα με τις σχέσεις της Αριστεράς με τον λεγόμενο «σοσιαλιστικό χώρο», δηλαδή με τον κόσμο που μέχρι σήμερα καλύπτει η σοσιαλδημοκρατία. Πρόκειται για τους πολίτες που, όπως είπε στην εισήγησή του ο Αλ. Τσίπρας, «βλέπουν την ηγεσία τους να πατάει σε δύο βάρκες».

Είναι περιττό, ίσως, να επαναλάβουμε ότι η σοσιαλδημοκρατία, ιδιαίτερα τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες, έχει «μπατάρει» δεξιά, ότι προώθησε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ιδιαίτερα όταν ανέλαβε κυβερνητικούς ρόλους, ότι έχει υποστεί σημαντική μετάλλαξη.

Όμως, σήμερα, υπάρχει μια αλλαγή. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεγάλη κρίση αυτών ακριβώς των νεοφιλελεύθερων δογμάτων.

Τι θα πούμε, εμείς; Ότι καλώς όλος αυτός ο κόσμος βρίσκεται εκεί, δηλαδή στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο; Ότι εκεί μέσα, παρά την κρίση, δεν συμβαίνει τίποτε; Πώς θα εξηγήσουμε τότε την περίπτωση Λαφονταίν στη Γερμανία; Την περίπτωση Μελανσόν στη Γαλλία. Ανάλογες διεργασίες στην Ιταλία;

Οι αντιφάσεις διαπερνούν, δεν γίνεται αλλιώς και αυτόν τον χώρο. Ας αφήσουμε, λοιπόν τους αφορισμούς. Αυτός ο χώρος μας ενδιαφέρει. Από αυτήν την άποψη συμφωνώ με την πρόταση των 5 σημείων που απηύθυνε ο Αλ. Αλαβάνος προς το ΠΑΣΟΚ, την ηγεσία, αλλά και τη βάση του, για κοινές δράσεις ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό  σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμφωνώ, γιατί οι προτάσεις αυτές προσκαλούν και προκαλούν από θέσεις ηγεμονίας, αυτοπεποίθησης, αυτονομίας και προγραμματικής επάρκειας. Και επομένως, ορθώς γίνονται.

Και μια  τελευταία αναφορά, για το «σοσιαλισμό».

Στις προγραμματικές μας επεξεργασίες είναι παρόν το όραμα, αυτή η νοσταλγία του μέλλοντος. Συγκεκριμενοποιείται, μάλιστα, αυτή η οραματική θεώρηση. Μιλάμε για τη σοσιαλιστική προοπτική. Για το σοσιαλισμό.

Συχνά, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, γίνεται αναφορά στο «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Και αυτό σε αντιδιαστολή με πολλές από τις εμπειρίες του 20ου αιώνα.

Δεν αναφερόμαστε, φυσικά, σε άρνηση των μεγάλων κατακτήσεων και της μεγάλης συνεισφοράς των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων του προηγούμενου αιώνα. Δεν σβήνεται αυτή η έφοδος στον ουρανό, στο όνομα των πιο ευγενών στόχων για την ανθρώπινη εξέλιξη.

Σήμερα, όμως, στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα, πρέπει και μπορούμε να μιλάμε για υπέρβαση της παράδοσης και της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς και των επιγόνων τους.

Και αυτό σημαίνει αντίθεση στον κρατισμό, σημαίνει δημοκρατία και ελευθερία για όλους και όχι εργαλειακή χρήση τους, σημαίνει, παράλληλα, τάση για ισότητα και όχι εξισωτισμός στο κατώτερο σημείο, σημαίνει αξιοποίηση της ρυθμιζόμενης αγοράς ως χρήσιμο εργαλείο και όχι εξοβελισμός της, σημαίνει επιλογή της μη βίας για την προώθηση των κοινωνικοπολιτικών μας στόχων.

Σοσιαλισμός, λοιπόν, του 21ου αιώνα! Στους στόχους, στο περιεχόμενο, στα μέσα. Και ας μην αντιγράφουμε αποτυχημένα εγχειρήματα. Ας αναζητήσουμε το νέο, το ρηξικέλευθο, το πραγματικό επαναστατικό για την εποχή μας!

(*) Το άρθρο αυτό είναι, ουσιαστικά, η ομιλία του Γ.Μπ. στην Πανελλαδική Σύσκεψη του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (10-11-12 Απριλίου 2009).

Με το πρόγραμμα ανιχνεύουμε νέους δρόμους – ομιλία του Γιάννη Δραγασάκη στο διαρκές ΣΥΝέδριο


dragasakis_lowΜε το πρόγραμμα κάναμε κάτι το οποίο είναι τολμηρό. Ανοίξαμε καινούργια θέματα. Ανιχνεύουμε καινούργιους δρόμους και στο προγραμματικό και στο πολιτικό, ακόμη και στο εννοιολογικό επίπεδο κι αυτό έχει ρίσκο. Θα πετύχουμε; Στο χέρι μας είναι. Όταν π.χ. πας να εκφράσεις κάτι και λες, για να το πετύχω θα χρησιμοποιήσω τον όρο «οικονομία των αναγκών», αυτό μπορεί να αποδειχτεί ότι δημιουργεί συγχύσεις, ότι δεν πετυχαίνεις το στόχο σου, μπορεί και να το ανακαλέσεις και να πεις κάτι άλλο. Υπάρχουν λοιπόν θέματα που όντως είναι θέματα για περαιτέρω συζήτηση. Δεν το λέμε περαιτέρω συζήτηση έτσι για να ξεφύγουμε. Επίσης υπάρχουν θέματα γνώσης, υπάρχουν απορίες και σε μας τους συγγραφείς και στους αναγνώστες. Άκουσα ένα ερώτημα: Μα δεν είναι παραδοξολογία να μιλάμε για «ρυθμιζόμενο νεοφιλελευθερισμό»; Δεν είναι. Υπάρχει ένα στερεότυπο που λέει: καπιταλισμός ίσον αγορά, σοσιαλισμός ίσον κράτος. Με βάση αυτό το στερεότυπο είναι παραδοξολογία, αλλά αυτό το στερεότυπο είναι λάθος. Το σωστό είναι ότι καπιταλισμός ίσον και κράτος και αγορά υπέρ του κεφαλαίου και σοσιαλισμός ίσον κοινωνία, η οποία χρησιμοποιεί και το κράτος και την αγορά -στον βαθμό και το μέτρο που τα χρειάζεται- για να υπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς. Άρα πρέπει να ανατρέψουμε και κάποια στερεότυπα και όχι να πέφτουμε θύματά τους. Σε ό,τι αφορά δε το συγκεκριμένο, ναι, μπορεί να έχουμε αυτό το φαινόμενο του «ρυθμιζόμενου νεοφιλελευθερισμού», μπορεί να έχουμε αυταρχικό κράτος με ασύδοτες αγορές, το ανέλυσε πρόσφατα ο Λίο Πάνιτς, ένας Καναδός μαρξιστής που ήρθε εδώ με πρόσκληση του «Πουλαντζά» και μπορεί κανείς να ανατρέξει στη διάλεξή του, το αναλύει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ στα βιβλία του περί νεοφιλελευθερισμού και νεο-ιμπεριαλισμού και οι πιο απαιτητικοί μπορούν να ψάξουν τους «Financial Times». Δηλαδή δεν βάλαμε κάτι για να σνομπάρουμε, δεν βάλαμε κάτι εκ του προχείρου. Αναζητήσαμε τρόπους και όρους για να προσεγγίσουμε νέα φαινόμενα, να αποτυπώσουμε νέες καταστάσεις. Επί τη ευκαιρία, ας συμφωνήσουμε και στο εξής: Ακόμη κι εκεί που έχουμε διαφωνίες, να ξεχωρίσουμε το εξής: Συμφωνούμε ότι υπάρχει πρόβλημα; Συμφωνούμε ότι ως αριστερά έχουμε τεράστια ελλείμματα ιστορικά κληρονομημένα αλλά και καινούργια, τα οποία πρέπει να ερευνήσουμε, να συζητήσουμε, να ανοίξουμε ένα διάλογο; Συμφωνούμε ότι πρέπει να ορίσουμε ξανά το περιεχόμενο του σοσιαλισμού; Συμφωνούμε ότι πρέπει να συζητήσουμε εξαρχής το θέμα υπέρβασης του καπιταλισμού – προσέγγισης του σοσιαλισμού; Να συμφωνήσουμε ότι υπάρχουν τα θέματα ανοιχτά, ας συμφωνήσουμε μια διαδικασία και από εκεί και πέρα με συγκεκριμένα βήματα σαν αυτό που κάνουμε εδώ, στο Συνέδριό μας, με προσοχή, αλλά με τόλμη και με αποφασιστικότητα, να ανοίξουμε αυτό τον δρόμο για να γράψουμε -όπως πολύ σωστά είπε ένας σύντροφος- μια σελίδα έστω σ’ αυτό το νέο βιβλίο της αριστεράς που πρέπει να γραφτεί. Ας δούμε γενικότερα αυτή την προγραμματική προσπάθεια ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με στόχο την ανάταση της αριστεράς σ’ ένα επίπεδο από το οποίο να μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονική παρουσία της, όπως τόνισα και στην εισήγησή μου προχθές. Τώρα, πιο συγκεκριμένα θέματα τα οποία αναδείχτηκαν και νομίζω, ότι πρέπει να τα διευκρινίσουμε.

Πρώτο θέμα.

Αληθεύει ότι το κείμενο υποστηρίζει την άποψη ότι ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται; Δεν αληθεύει, σύντροφοι. Πρόγραμμα ώριμων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων προτείνουμε. Θα το προτείναμε αν πιστεύαμε ότι ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται; Πρώτον, ο καπιταλισμός εξελίσσεται με βάση και τις δικές του δυναμικές. Δεύτερον, μεταρρυθμίζεται ως αποτέλεσμα των κοινωνικών και των πολιτικών αγώνων. Και στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εμείς αναπτύσσουμε μια ολόκληρη προσπάθεια παρέμβασης στις εξελίξεις. Ποιο θέμα αφήνει συνειδητά ανοικτό το κείμενο; Και αν εκεί δεν υπάρχει συμφωνία, να το δούμε. Το κείμενο αφήνει ανοικτό το εξής ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει και η κατάργηση του καπιταλισμού μόνο με μεταρρυθμίσεις; Υπό ποιους όρους; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Το κείμενο, αυτό το θεωρεί ανοικτό θέμα. Το ορίζουμε ως περιοχή περαιτέρω διαλόγου, έρευνας και αναζήτησης και μάλιστα δηλώνεται ρητά μέσα στο κείμενο. Αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε συγκεκριμένοι, η διαφορά δεν βρίσκεται στο αν είμαστε υπέρ ή κατά των μεταρρυθμίσεων αλλά στο πώς ακριβώς τίθεται σήμερα το θέμα που παλιά λέγαμε κοινωνική επανάσταση. Και όταν κάνουμε το τακτικό Συνέδριο, εγώ θα εισηγηθώ να μην αρνηθούμε την ανάγκη της, αλλά να εξετάσουμε με ποιες πιθανές μορφές το θέμα αυτό τίθεται σήμερα. Αυτό όμως θα το συζητήσουμε στο τακτικό Συνέδριο, δεν είναι θέση του κειμένου αυτό που σας λέω τώρα εδώ. Προσωπικά θεωρώ πως όσα στο κείμενο εκτίθενται επί του παρόντος είναι επαρκή για να προχωρήσουμε.

Δεύτερο θέμα.

Είναι σωστό ότι ο σοσιαλισμός κατανοείται μόνο ως τελικός σκοπός και όχι ως διαρκές κίνημα; Δεν είναι σωστό. Διότι αν θεωρούσαμε ότι ο σοσιαλισμός είναι μόνο τελικός σκοπός, θα γράφαμε ότι είναι τελικός σκοπός. Δεν γράφουμε αυτό το πράγμα, σύντροφοι. Στο κείμενο εκτίθεται ο σοσιαλισμός ως ένα κίνημα που μάλιστα θέλουμε να αρχίζει από τώρα. Γιατί αυτή η παρανόηση; Ορίζεται ως ένα κίνημα το οποίο θέλουμε να γίνει λαϊκό κίνημα. Και θέλουμε να διαμορφωθεί κοινή συνείδηση, ότι αυτός που αγωνίζεται στον Βοτανικό ενάντια στο «Mall», αυτός που αγωνίζεται στο εργοστάσιο ενάντια στις απολύσεις, αυτός που αγωνίζεται στις παραλίες για να πέσουν τα κάγκελα, αυτός που αγωνίζεται για την προστασία του περιβάλλοντος, όλοι αυτοί οι πολίτες και οι αντίστοιχοι αγώνες τους έχουν κοινά στοιχεία που εμείς ακριβώς αυτά θέλουμε να αναδείξουμε. Πού, ενδεχομένως, υπάρχει μια διαφωνία; Και γι’ αυτό έκανα και στην εισήγησή μου μια σχετική παρατήρηση. Η διαφωνία, ενδεχομένως, υπάρχει στο ότι για μας, για τους συντάκτες του κειμένου και τους εισηγητές, περιεχόμενο του σοσιαλισμού ως κινήματος είναι ο αντικαπιταλισμός. Δεν μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για μετάβαση στο σοσιαλισμό ως να μην υπάρχει αντίπαλος, για ένα κίνημα χωρίς σαφές κοινωνικό περιεχόμενο, ως μια εξελικτική χωρίς συγκρούσεις διαδικασία. Αυτή είναι μια άποψη. Αν υπάρχει άλλη, να τη συζητήσουμε, αλλά όχι ότι το κείμενο δεν ορίζει τον σοσιαλισμό και ως κίνημα. Και με αυτή την έννοια διατύπωσα στην εισήγησή μου και την κρίση για τον «ρυθμιζόμενο καπιταλισμό». Διότι εδώ υπάρχει κίνδυνος και άλλων παρεξηγήσεων. Εγώ είπα, και μπορεί κανείς να δει τη διατύπωση στο κείμενο της εισήγησής μου, ότι στοιχεία «ρυθμιζόμενου καπιταλισμού» μπορεί κι εμείς να υιοθετήσουμε. Σήμερα π.χ. ο Κρούγκμαν στην «Ελευθεροτυπία», ένας νεο-κεϋνσιανός οικονομολόγος, μιλάει για εθνικοποίηση των τραπεζών. Εμείς θα πούμε όχι; Μα αυτή η εθνικοποίηση, όπως την προτείνει ο Κρούγκμαν, είναι στοιχείο ενός ρυθμιζόμενου καπιταλισμού. Εγώ λέω ότι θα πούμε ναι στην εθνικοποίηση των τραπεζών. Αλλά αυτή είναι η στρατηγική μας; Όχι, η στρατηγική μας αξιοποιεί αυτό το στοιχείο, αλλά δεν μένει μόνο σ’ αυτό. Θέλουμε εθνικοποίηση, αλλά θέλουμε και αλλαγή των σκοπών και των κριτηρίων λειτουργίας των τραπεζών. Και μ’ αυτή την έννοια θεώρησα σκόπιμη την επισήμανση ότι η δική μας στρατηγική δεν περιορίζεται σ’ ένα πλαίσιο «ρυθμιζόμενου καπιταλισμού». Αν οι σύντροφοι στους οποίους απέδωσα αυτή την άποψη θεωρούν ότι δεν είναι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης, συμφωνούν δηλαδή ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να εκφραστεί και να αναπτυχθεί η αντικαπιταλιστική διάσταση του κινήματος για τον σοσιαλισμό, τότε, γι’ αυτό κάνουμε το Συνέδριο, γι’ αυτό είμαστε εδώ, για να διευκρινίζουμε και να αναπτύσσουμε τις σκέψεις μας, γι’ αυτό θα συνεχίσουμε την επεξεργασία των θέσεών μας.

Τρίτο θέμα.

Αληθεύει ότι το κείμενο αποκλείει τις πολιτικές συμμαχίες και ότι ως μόνη συμμαχία θεωρεί τη συμμαχία στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ; Το απάντησα το θέμα αυτό, πιστεύω επαρκώς, στην εισήγησή μου. Το λέω και τώρα, ότι είναι λάθος. Η άποψη αυτή δεν έχει βάση. Η διαφορά δεν είναι ναι ή όχι στις συμμαχίες. Η διαφορά είναι συμμαχίες στη βάση του αυτοπροσδιορισμού μας, συμμαχίες στη βάση της ιδεολογικής μας αυτοτέλειας και της στρατηγικής μας αυτονομίας ή συμμαχίες με μια αυτολογοκρισία των δικών μας θέσεων, μια ελαχιστοποίηση ή και εγκατάλειψη των δικών μας θέσεων μόνο και μόνο για να πετύχουμε τις συμμαχίες. Νομίζω ότι και αυτό το θέμα με επάρκεια αναλύεται στα κείμενα.

Τέταρτο θέμα.

Ταυτίζουν τα κείμενά μας τη σοσιαλδημοκρατία με τη δεξιά; Άκουσα και κάποιες ομιλίες που είπαν «ναι, την ταυτίζουν και καλά κάνουν». Όχι, τα κείμενα δεν κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Είναι άλλο ο χαρακτήρας και η γενικότερη ιστορική διαδρομή της σοσιαλδημοκρατίας και άλλο οι κατά περίπτωση συγκεκριμένες κυβερνήσεις και οι πολιτικές τους. Τα κείμενα ασκούν κριτική στις κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς και σε κυβερνητικές επιλογές που ασκήθηκαν, που τις ζήσαμε τα τελευταία χρόνια. Εμείς επίσης δεν θεωρούμε ενιαία τη σοσιαλδημοκρατία. Εμείς διεκδικούμε να πείσουμε, με το σχέδιό μας, δυνάμεις που σήμερα δηλώνουν ότι ανήκουν στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Εμείς διεκδικούμε μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία με πυρήνα την αριστερά.

Πέμπτο θέμα.

Αληθεύει ότι τα κείμενά μας θέτουν σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα και τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό; Ούτε αυτό είναι σωστό. Είναι γεγονός, και το αναγνωρίζουμε, ότι επειδή έχουμε ευρωεκλογές και επειδή θα υπάρξει ειδική διακήρυξη, το κείμενο που έχετε δεν ήταν τόσο εξαντλητικό όσο θα ήταν υπό άλλες συνθήκες στα θέματα Ευρώπης αλλά και γενικά τα διεθνή. Όμως ας δούμε την ουσία. Πώς τίθεται σήμερα το θέμα της Ε.Ε.; Ευρωπαϊκή ταυτότητα σήμερα σημαίνει αναγνώριση της κρίσης που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και διατύπωση μιας αριστερής απάντησης στην κρίση αυτή. Αυτή είναι η θέση μας. Δηλαδή η Ε.Ε. ζει σήμερα μια κρίση που ενδεχομένως και να οξυνθεί, που ενδεχομένως και να πάρει τη μορφή του διλήμματος, ή αποσύνθεση του ευρώ ή βαθύτερη και δικαιότερη ολοκλήρωσή της. Επομένως, για μας, αριστερή πολιτική σημαίνει αναγνώριση της κρίσης της Ε.Ε. και προβολή ενός αριστερού σχεδίου για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Μια τελευταία διευκρίνηση-παρατήρηση, επειδή μου είπαν ότι το έδειξαν τα κανάλια. Έδειξαν, μου είπαν, ένα απόσπασμα από μια ομιλία να λέει ότι το πρόγραμμά μας, αν το κοστολογήσουμε, θα χρειαστούν 4-5 κρατικοί προϋπολογισμοί. Επειδή λοιπόν μπορεί να ερωτηθούμε, να πούμε δυο κουβέντες σ’ αυτό. Μας ενδιαφέρει το θέμα της κοστολόγησης των προτάσεών μας. Δεν μας αφήνει αδιάφορους. Όμως πριν απ’ αυτό να έχουμε υπόψη ότι υπάρχει μια συζήτηση για το ποιος φταίει για την υπερχρέωση της χώρας μας, ένα πρόβλημα που ενδεχομένως να οδηγήσει και σε δραματικές εξελίξεις. Πρέπει λοιπόν να είμαστε σαφείς ότι δεν φταίνε ούτε η αριστερά ούτε οι εργαζόμενες τάξεις για την υπερχρέωση της Ελλάδας. Υπεύθυνοι για την υπερχρέωση της Ελλάδας είναι οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. Το 1980 το δημόσιο χρέος ήταν 24% του εθνικού εισοδήματος. Το 1990 ήταν 90%. Το 2004 ήταν 98% και τώρα είναι πάνω από 100% του εθνικού εισοδήματος αν υπολογίσουμε κι αυτό που δεν γράφεται, όπως χρέη νοσοκομείων, ΕΛΓΑ κ.λπ. Πρέπει λοιπόν να είναι σαφές στον ελληνικό λαό ότι οι κυβερνήσεις του δικομματισμού έχουν οδηγήσει την Ελλάδα στην υπερχρέωση και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και η αριστερά, με το πρόγραμμά της, καλείται να σώσει την κοινωνία απ’ αυτόν τον κίνδυνο. Το δεύτερο, είναι ότι εδώ μέσα δεν συζητήσαμε ένα πρόγραμμα «παροχών». Εδώ συζητήσαμε για ένα νέο τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου με όρους αειφορίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ότι εδώ μέσα συζητήσαμε επομένως για το πώς θα αναπτύξουμε την οικονομία, πώς θα κάνουμε δίκαιη την κοινωνία και όχι απλώς πώς θα υποσχεθούμε παροχές χωρίς αντίκρισμα. Και πρέπει αυτό να το μάθει ο κόσμος.

Τέλος, θέμα «κοστολόγησης» πράγματι υπάρχει, ιδίως όταν μιλάμε για τα άμεσα μέτρα. Δηλαδή όταν λέμε αύριο το πρωί προτείνουμε «αυτό», πρέπει να έχουμε επίγνωση αυτό που προτείνουμε τι σημαίνει και από δημοσιονομικής άποψης. Πρέπει λοιπόν να σας πω ότι αυτό το κάνουμε. Όταν καταθέσαμε την πρόταση νόμου για το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», κάναμε κοστολόγηση και είπαμε ότι μέγιστο ύψος δαπανών για την υλοποίηση της πρότασής μας είναι το 0,5% του εθνικού εισοδήματος. Όταν προτείναμε την εθνικοποίηση της Εθνικής Τράπεζας -που την προτείνουμε και τώρα- έχουμε δει ότι με 3 δισ. ή και λιγότερα μπορεί να εξασφαλισθεί ο δημόσιος έλεγχός της. Και οι προτάσεις που κάναμε για νέα τράπεζα για τη στέγη, για τις μικρές επιχειρήσεις κ.λπ. τα έχουμε κοστολογήσει όλα. Σας ενημερώνω λοιπόν ότι το κόστος αυτών των προτάσεων είναι ένα μικρό μέρος των 28 δισ. ευρώ που η κυβέρνηση έχει διαθέσει υπέρ των τραπεζών χωρίς όρια, χωρίς έλεγχο. Και για την πρότασή μας για τις 100.000 θέσεις εργασίας έχουμε κάνει σχετική κοστολόγηση. Θέλουμε να είμαστε ακόμη πιο λεπτομερείς και συγκεκριμένοι; Πολύ ωραία. Γι’ αυτό πρέπει να καθίσουμε, να κάνουμε ομάδες, να κάνουμε επιτελεία, να βοηθήσουν όλοι και να οργανώσουμε έτσι τη δουλειά μας ώστε να κάνουμε πιο ισχυρή την πολιτική μας και όχι να καλλιεργούμε αντιπαραθέσεις εκεί που δεν υπάρχει λόγος.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ…


Τις προηγούμενες μέρες δόθηκε στην δημοσιότητα η συμβολή του ΣΥΝ στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή το πρόγραμμα του ΣΥΝ, που επιχειρεί να  δόσει διέξοδο στα προβλήματα της Ελληνικής κοινωνίας από τη σκοπιά της Ανανεωτικής Αριστεράς. Μεγάλο, αναλυτικό, περιεκτικό και με συγκεκριμένους στόχους. Ένα πρόγραμμα της σύγχρονης αριστεράς που κάνει μια πολύ σοβαρή προσπάθεια να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα του σήμερα, να ανοίξει δρόμους και να δώσει τις πρώτες απαντήσεις για ένα νέο, ελεύθερο, δημοκρατικό και δίκαιο κόσμο. Το πρόγραμμα του ΣΥΝ δημιουργεί από μόνο του προϋποθέσεις για αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στο χώρο όχι μόνο της αριστεράς, αλλά και  ευρύτερα στον προοδευτικό χώρο. Όλοι και όλες που από καιρό μέσα στο κόμμα, υποστηρίζαμε την ανάγκη  ενός τέτοιου προγράμματος, μπορούμε να αισθανόμαστε δικαιωμένοι.
Δεν έχει στόχο να απαντήσει στα ΜΜΕ και στις απελπισμένες ερωτήσεις κάποιων δημοσιογράφων για το τι επιτέλους λέει αυτή η αριστερά. Απαντά στον κόσμο της αριστεράς στα άγχη, τους φόβους και τη διάχυτη απογοήτευση των εργαζομένων και των νέων ανθρώπων. Το κείμενο του προγράμματος κλείνει επιτέλους και ευτυχώς την ιστορία της «μεγάλης αριστεράς» και της στρατηγικής συμμαχίας με το ΚΚΕ. Ανοίγει όμως μια κουβέντα με όλες τις δημοκρατικές, οικολογικές και προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας.
Είναι το πρόγραμμα ενός νέου αριστερού ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού. Η γεύση που αφήνει είναι ότι ο ΣΥΝ είναι  ριζοσπαστικός και μεταρρυθμιστικός πολιτικός φορέας. Ριζοσπαστικός, γιατί  έχει   στον πυρήνα της πολιτικής του σκέψης το σπέρμα της ανατροπής και μεταρρυθμιστικός, γιατί ο μεταρρυθμισμός στην εποχή μας είναι εργαλείο ανατροπών, με την έννοια της δυνατότητας όχι μόνο της περιγραφής  της πραγματικότητας, αλλά και της αλλαγής της.
Το πρόγραμμα βάζει την ατζέντα για την όποια συζήτηση με όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας.  Δυστυχώς δεν είχε τυπωθεί στην τελική του μορφή, όταν ο Αλέκος Αλαβάνος συναντήθηκε με τον Γιώργο Παπανδρέου για να του το κάνει δώρο. Θα του δινόταν η δυνατότητα  να πειστεί για το ποσό εφικτές ή ανέφικτες είναι οι συγκλίσεις και οι κοινές δράσεις ή κατά πόσο απλώς εκφωνούνται  στα ΜΜΕ, για να διαμορφώνουν κλίμα. Και αν  το ΠΑΣΟΚ το αποδεχτεί όλο ή τμήματά του ως βάση συζήτησης ή κοινής δράσης τότε ίσως δοκιμαστούν οι ιδέες μας στην πράξη. Δεν τρέφουμε αυταπάτες, αλλά και τίποτα δεν αποκλείεται εκ των προτέρων.
Παρόλο που το πρόγραμμα είναι μεγάλο και αναλυτικό δεν είναι παρά η πρώτη σελίδα ενός μεγάλου βιβλίου. Του βιβλίου της προγραμματικής αντεπίθεσης και ανασυγκρότησης της αριστεράς συνολικά. Πρέπει να προστεθούν και άλλες πολλές σελίδες, με τη συμβολή των συνδικαλιστικών ενώσεων , των δημοτικών και νομαρχιακών κινήσεων και της νεολαίας. Οφείλουμε να ανοίξουμε μια τεράστια συζήτηση εν όψει των Ευρωεκλογών σε όλα τα επίπεδα για την πολιτική στην Ευρώπη, συνεχίζοντας την πολύ καλή παράδοση της δουλειάς του Δημήτρη Παπαδημούλη στην Ευρωβουλή τα τελευταία χρόνια.
Το πρόγραμμα δεν είναι τέλειο, είναι όμως μια πολύ καλή αρχή μια αρχή για περαιτέρω διαβούλευση και προβληματισμό. Ως τέτοιο πρέπει να το βλέπουμε και όχι ως μια κλειστή διαδικασία, ένα ντοκουμέντο ενός διαρκούς συνεδρίου που θα μπει στο ράφι. Είναι ένα πρόγραμμα του ΣΥΝ με την πιο αυθεντική του έννοια…
Το πρόγραμμα είναι το τελευταίο πεδίο στο οποίο πρέπει να επιχειρηθεί εσωκομματική όξυνση. Ας γίνει οπουδήποτε άλλου, αλλά όχι στο πρόγραμμα. Ας είναι το πρόγραμμα ένα κομματικό κεκτημένο με τις όποιες διαφωνίες, διαφοροποιήσεις και συμβολές όλων όσων είναι στο ΣΥΝ, αλλά και  γύρω από αυτόν. Το πρόγραμμα είναι αυτή τη στιγμή η ατμομηχανή για την ενδυνάμωση του χώρου μας στην κοινωνία, καθώς και για την ενίσχυση του που είναι εξαιρετικά σημαντική με όρους και ουσίας και ψυχολογίας στο δρόμο προς τις επερχόμενες Ευρωεκλογές.
Το πρόγραμμα έχει ατέλειες, έχει αμφιλεγόμενα σημεία, ιδίως στο προοίμιο. Αλλά πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Είναι ένα πρόγραμμα συγκερασμού και μπολιάσματος διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων που υπάρχουν στο κόμμα μας. Είναι το αποτέλεσμα της συντονισμένης δουλειάς των τμημάτων. Δεν θα ήταν εγκληματικό και πλήρης αποτυχία για το κόμμα μας να φτιαχτεί ένα πρόγραμμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της μιας από τις δύο ή περισσότερες απόψεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του ΣΥΝ;
Είναι η συμβολή του ΣΥΝ και όχι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Θα μπορούσε να είναι πιο «ευρωπαϊκό» στο προοίμιο, να βάζει περαιτέρω τα ζητήματα της θεσμικής ολοκλήρωσης της Ε.Ε και της δημοκρατικής της λειτουργίας. Θα μπορούσε να αντιμετωπίζει τις πράσινες πολιτικές ακόμα και μέσα στον καπιταλισμό ως πρόκληση και όχι ως φοβία.  Προσοχή άλλο πρόκληση και άλλο στόχος.  Πάντως αυτά σε μεγάλο βαθμό «διορθώνονται» στο δεύτερο μέρος όπου οι στόχοι γίνονται συγκεκριμένοι, άλλα και το προοίμιο στο επίπεδο του συμβολισμού έχει μεγάλη σημασία. Θεωρούμε ότι το σχέδιο προγράμματος του ΣΥΝ, που διαμόρφωσε η επιτροπή προγράμματος, μπορεί και πρέπει να εγκριθεί ως βάση για συνέχιση της  συζήτησης στο κόμμα και στην κοινωνία, καθώς και για περαιτέρω επεξεργασία.
Με αυτοπεποίθηση στις ιδέες της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, με έναν ευρύ δημοκρατικό διάλογο στο κόμμα μας και την κοινωνία και με την σύνθεση των απόψεων μπορούμε και πρέπει να αναδείξουμε το χώρο μας σε ισχυρή προγραμματική ανατρεπτική δύναμη. Μια δύναμη  που θα φέρει καλύτερες μέρες για την ελληνική κοινωνία που αυτές τις ώρες βουλιάζει στη δίνη της οικονομικής κρίσης εξαιτίας  των πολιτικών που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια σε εθνικό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Παναγιώτης Ρήγας Μέλος της Κ.Π.Ε και της Ε.Γ του ΣΥΝ
Κώστας Ζαχαριάδης Μέλος του Κ.Σ της Νεολαίας του ΣΥΝ

Έχουμε πολλά πράγματα να πούμε και πολλά αυτιά να μας ακούσουν!


Είναι προφανές οτι μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2007 το πολιτικό σκηνικό στη χώρα αναδιατάσσεται διαρκώς προς όφελος της αριστεράς. Αυτό δεν είναι μια απλή διαπίστωση απο τις δημοσκοπήσεις στις Κυριακάτικες εφημερίδες, αλλά έχει να κάνει με ένα σύνολο προσλαμβανουσών που έχουμε απο όλα τα επίπεδα της πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής, και εσχάτως πολιτιστικής διάστασης της καθημερινότητας.

Μέσα σ αυτό το ρευστό πολιτικό σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να αναδειχτεί σε μια φερέγγυα πολιτική δύναμη. Κατάφερε να συμπυκνώσει έστω και παροδικά (χρησιμοποιώ τον όρο αυτό ελπίζοντας στη μονιμότητα προφανώς αλλά δεν μπορώ να την προεξοφλήσω) τις ελπίδες και τις ανησυχίες κυρίως των νέων ανθρώπων, των υποτελών κοινωνικών ομάδων αλλά ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων (μεσαία στρώματα) που δυσανασχετούν. Η δυσφορία τους προέρχεται αφενός απο τη σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΝΔ αφετέρου από το δυσμενές διεθνές κλίματα στις οικονομίες που επηρεάζει και την ελληνική. Ετσι όλοι και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας σπρώχνονται στο οικονομικό και κοινωνικό περιθώριο.

Πέρα απο τη δύσκολη καθημερινότητα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο με μια σειρά απο γεγονότα έγινέ πλέον σαφές οτι το δικομματικό- διπολικό σύστημα όχι απλά είναι γερασμένο και αναποτελεσματικό , αλλά σάπιο και ανίκανο να δώσει όχι λύσεις αλλά έστω και όραμα στην κοινωνία για ένα καλύτερο αύριο. Μέσα απ αυτή τη διαδικασία ο δικομματισμός βρέθηκε και βρίσκεται σε τέλμα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν υποδηλώνει το τέρμα ενός συστήματος που και σε προηγούμενες περιόδους βρέθηκε σε δεινή θέση αλλά πολύ γρήγορα αναδιοργανώθηκε αντεπιτέθηκε και συμπίεσε την αριστερά στο όριο της εκλογικής της επιβίωσης. Συνεπώς ο δικομματισμός βρίσκεται σε τέλμα όχι στο τέρμα του.

Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο που ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες προκειμένου να εντείνει την κρίση του δικομματισμού και να τον αποσταθεροποιήσει σε βαθμό όχι πλέον ελαστικής αλλά πλαστικής παραμόρφωσης. Για λόγους οικονομίας χώρου δεν θα αναφερθώ εκτεταμένα στη σημασία που έπαιξαν παίζουν και θα παίζουν τα κινήματα και στον τρόπο με τον οποίο δομείται η φυσιογνωμία μας ως χώρος αλλά και στον στρατηγικό μας στόχο. Θα αναφερθώ μόνο στο ρόλο και στο νόημα του προγράμματος.

Αν επιθυμούμε να συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε με μπαρούτι τα θεμέλια του δικομματισμού, χρειαζόμαστε ένα συνεκτικό, κρουστικό σύνολο σημείων και θέσεων υπό τη μορφή προγράμματος που θα απαντάει στα τεράστια ζητήματα της καθημερινότητας. Το έχουμε ανάγκη τώρα που μας πιέζουν τα ΜΜΕ, η κοινή γνώμη αλλά και η ίδια η πραγματικότητα για το τι θα κάνουμε αλλά το χρειαζόμασταν και την περίοδο που η αποδοχή μας από τη κοινωνία ήταν στο 3% ή στο 5%. Ο σαφής προγραμματικός λόγος είναι αυτός που μας διασφαλίζει απο 2 ορατούς και πιθανών καταστροφικούς κινδύνους που θα αντιμετωπίσουμε ή καλύτερα αντιμετωπίζουμε ήδη .

Ο πρώτος κίνδυνος είναι να γίνει ο λόγος μας λαϊκίστικος σε μια προσπάθεία να απεγκλωβίσουμε κοινωνικές δυνάμεις απο τον δικομματισμό να ξοδεύουμε τον πενταπλάσιο προϋπολογισμό απο τον προϋπολογισμό της χώρας εν τη ρύμη του λόγου μας. Βέβαια όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου, δεν λέω για το όταν και αν θα γίνουμε κυβέρνηση, αλλά το πολύ απλό όταν θα κληθούμε να διαχειριστούμε έναν δήμο ή μια νομαρχία που κατά τη γνώμη μου θα γίνει στις ερχόμενες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές (συμβαίνει και τώρα αλλά αν το φαινόμενο γίνει πιο εκτεταμένο θα μεγαλώσουν οι απαιτήσεις).

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι να ενσωματωθούμε και το πολιτικό μας δυναμικό το οποίο προφανώς δεν εξαντλείται στα μέλη της ΚΠΕ ή της ΠΓ αλλά εμπλέκει χιλιάδες ανθρώπους να είναι ανίκανο (με την έννοια της άγνοιας και της έλλειψης πολιτικής θωράκισης) να διαχειριστεί την νέα κατάσταση. Για να υλοποιηθεί ένα πολιτικό σχέδιο ή για να αντιπολιτευφτούμε αποτελεσματικά ένα άλλο, δεν αρκεί να γίνεται σε επίπεδο κορυφαίων στελεχών ή αρχηγών κομμάτων αλλά πρέπει να φτάσει στις προτάσεις του χώρου μας στα 15μελή των μαθητών, στις προτασεις στις γενικές συνελεύσεις τμήματος στα πανεπιστήμια και γενικά σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής της χώρας απο το πιο μικρό μέχρι το κεντρικό προφανώς.

Επισης γίνεται και το άλλο, να μην φτιάξουμε πρόγραμμα ή να φτιάξουμε μια καρικατούρα ή μια κακογευστη σούπα για να είναι και αρκετά ευρύχωρη. Είναι προφανές ότι σε μια τέτοια διαδικασία θα αναστοχαστουν πολιτικές δυνάμεις και ομάδες, θα υπάρξουν συγκλίσεις και αποκλίσεις, θα υπάρξει μια συνολική αναδιάταξη των δυνάμεων στο χώρο της αριστεράς και πρέπει να είμαστε έτοιμοι και όχι φοβικοί απέναντι σ αυτό. Αυτή είναι άλλωστε και η παράδοσή μας.

Μπορούμε και πρέπει να αρχίσουμε με 3 άξονες χωρίς καμία καινοτομία ο τίτλος αλλά με πολύ έμπνευση η ανάπτυξη και η επεξήγηση. 1.Δημοκρατία που να εμπεριέχει την ισότητα και την ελευθερία 2.κοινωνική αλληλεγγύη 3. οικολογική εγρήγορση. Μπορει το τρίπτυχο με τις προσαρμογές του στη σύγχρονη πραγματικότητα να είναι σχεδόν 220 ετών αλλά έχουμε πολλά πράγματα να πούμε και πολλά αυτιά να μας ακούσουν (προς το παρόν). Ευτυχώς δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Είναι πολυτιμότατη η συμβολή των τμημάτων του κόμματος και οι επεξεργασίες που έχουν γίνει μέχρι τώρα. Συνεπώς όχι καλή αρχή αλλά καλή συνέχεια…

Ετικετοσύννεφο