Διευθυντής Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥΡΙΖΑ

Posts tagged ‘Κουρουζίδης’

Η οικολογία σήμερα


Σάκης Κουρουζίδης, Αυγή, 19/09/2009

Η οικολογία, από μία πολύ παρεξηγημένη έννοια στο ευρύτερο κοινό, τις πρώτες δύο τουλάχιστον δεκαετίες της ύπαρξής της στην Ελλάδα, κινδυνεύει να βρεθεί στο άλλο άκρο. Η καθολική αποδοχή της από το σύνολο του πολιτικού φάσματος μπορεί να νοθεύσει την ουσία της καινοτόμου οπτικής με την οποία φιλοδοξεί να επενδύσει την πολιτική της δράση.

Στην αρχή κινδύνευε να καταταγεί στους γραφικούς, αφελείς και, πάντως, στους εκτός τόπου και χρόνου ουτοπιστές που ονειρεύονται ειδυλλιακές καταστάσεις εκτός της σφαίρας του εφικτού. Της αποδόθηκαν, επίσης, προτεραιότητες αδιανόητες για τα κοινωνικά μας πράγματα, ότι δηλαδή ενδιαφέρεται πιο πολύ για τις φώκιες, τις χελώνες ή τις αρκούδες παρά για τους ανθρώπους, ότι προστατεύει τη φύση παρά την απασχόληση. Είδε κι έπαθε να απαλλαγεί από μια επιδερμική προσέγγιση και μια απλουστευτική ερμηνεία όσων πρέσβευε και τώρα ο κίνδυνος λέγεται «καθολική αποδοχή»!

Βέβαια, η οικολογία δεν είναι «μία» και, έτσι κι αλλιώς, έχουν καταγραφεί πολλά ρεύματα πολιτικής οικολογίας και πρακτικής. Ένα πρώτο, που πρεσβεύει την απόλυτη προτεραιότητα των λειτουργιών της φύσης, το ρεύμα της «βαθιάς οικολογίας», προβάλλει τον «βιοκεντρισμό», ότι δηλαδή το κέντρο είναι η «ζωή» εν γένει και όχι ο «άνθρωπος», όπως προβλέπει ο «ανθρωποκεντρισμός». Το ρεύμα αυτό έχει έντονα κινηματικά χαρακτηριστικά, ανθεί κυρίως στις ΗΠΑ και χρησιμοποιεί πολύ συχνά και τα «οικοσαμποτάζ» ως μορφές δράσης.

Στον αντίποδα η «πολιτική και κοινωνική οικολογία» βρίσκεται πιο κοντά στα πολιτικά δεδομένα των σύγχρονων κοινωνιών με πολλές συγγένειες με την αριστερά, όχι τόσο την «παραδοσιακή», αφού αμφισβητεί έντονα τον οικονομισμό της και αρκετά από τα μεθοδολογικά της εργαλεία. Στην πράξη, η σχηματική αυτή ταξινόμηση δεν αποδίδεται με τα αντίστοιχα, διακριτά, πολιτικά και κοινωνικά σχήματα, αλλά μεταφράζεται σε μια πανσπερμία οργανωτικών και πρακτικών επιλογών που παράγει πολιτικά σχήματα που καλύπτουν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.

Έχουμε τους λεγόμενους «οικοφασίστες» ή τους γραφικούς αλλά ακραία συντηρητικούς (πχ. αυτούς που συνεργάζονται με τον ΛΑΟΣ στην Ελλάδα), έως την άλλη άκρη, τους αριστεριστές με κάποια δόση οικολογίας. Δεν τοποθετώ στο άκρο ένα ρεύμα με τα χαρακτηριστικά μιας «αναρχικής» οικολογίας, γιατί θα τους αδικούσα.

Στην Ελλάδα, εκτός από τις οικολογικές ομάδες και δράσεις από τα τέλη του ’70, η ένταξη της οικολογίας στον πολιτικό προβληματισμό κομμάτων, χαρακτηρίζει την ανανεωτική αριστερά και την «Αυγή» (με την οικολογική σελίδα του Νίκου Ζαλαώρα, την πρώτη σε ελληνική πολιτική εφημερίδα). Στο εκλογικό πρόγραμμα της Ν.Δ. επί Μητσοτάκη υπάρχει ένα «οικολογικό κεφάλαιο», πίσω από το οποίο λέγεται ότι υπήρχε κάποιο καλό οικολογικό χέρι, χωρίς καμία συνέχεια όμως (εκτός από την… υποψηφιότητα Β. Λεβέντη, όταν το κόμμα του το έλεγε και πράσινο).

Το ΠΑΣΟΚ άργησε ιδιαίτερα, αφού τα σχετικά βήματα τα έκανε στη δεύτερη φάση που διακυβέρνησε, στα μέσα του ’90. Αυτό έγινε με μια μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Το ΚΚΕ, εκτός από ένα μικρό διάλειμμα στη φάση λίγο πριν και μέχρι τη συμμετοχή του στον ενιαίο ΣΥΝ, κινείται σε μια λογική ότι για όλα φταίει ο καπιταλισμός και όλα θα λυθούν στον σοσιαλισμό. Είναι εντελώς καχύποπτο προς τις ΜΚΟ συλλήβδην και υιοθετεί όλα τα παραδοσιακά αναπτυξιακά πρότυπα που απέτυχαν σε Ανατολή και Δύση.

Οι τελευταίοι που άρχισαν να προφέρουν τη λέξη οικολογία είναι οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και μάλιστα πρώτα για να την κατατάξουν στα «αναχώματα» του συστήματος και στη συνέχεια για να τη… διορθώσουν εντάσσοντάς τη στις μορφές της ταξικής πάλης, στα ίδια απλουστευτικά και παρωχημένα σχήματα με τα οποία οργανώνουν τη σκέψη και την πρακτική τους.

Η οικολογία είναι μια έννοια που επιδέχεται πολλές προσεγγίσεις, όπως και πολλές άλλες (σοσιαλισμός, δημοκρατία κ.ά.), και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει κάποιον να περιβάλλει με στοιχεία που επιλέγει.

Στην ανανεωτική και δημοκρατική αριστερά η προσπάθεια που έγινε σχεδόν από την αρχή ήταν να αναδείξει τα καινοτόμα χαρακτηριστικά της, να παντρέψει τα παραδοσιακά ερμηνευτικά της εργαλεία με τα «εναλλακτικά» που πρόβαλλε η πολιτική οικολογία, να συναντηθεί με τις ιδέες και τους ανθρώπους της στο πεδίο της κοινής δράσης για μια συντονισμένη και στη συνέχεια για μια κοινή δράση, ίσως και πολιτική συνεργασία. Αυτήν την επιθυμία εξέφραζε και η προσθήκη στον τίτλο του κόμματος του προσδιοριστικού «και της οικολογίας».

Η οικολογία σήμερα μπαίνει σε μια νέα εποχή. Αποκτά κεντρικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό ρόλο. Συμβολίζει ουσιαστικά την επιθυμία και την -πολιτική- επιδίωξη για μια «νέα ποιότητα ζωής», πέρα από τον στυγνό οικονομισμό και τον αγοραίο καταναλωτισμό. Μας ξεπέρασε όλους! Η «πόλη», για παράδειγμα, μπορεί να είναι και ένας τρόπος να δει κανείς την έννοια του «εισοδήματος», να προσφέρει, δηλαδή, στους κατοίκους-πολίτες της αγαθά, υπηρεσίες, εμπειρίες και δυνατότητες για δημιουργικά ενδιαφέροντα που θα χρειαζόντουσαν «εισόδημα» για να αγοραστούν σε μια καταναλωτική κοινωνία. Με την έννοια αυτή μπορεί να δει κανείς την κατακράτηση πλεονάζοντος εισοδήματος που μετατρέπεται σε αδιανόητα καταναλωτικά αγαθά που κατακρατούν και άρα στερούν ένα μέρος του «πλούτου» από την υπόλοιπη κοινωνία.

Το εξωτερικό περιβαλλοντικό κόστος


ΣΑΚΗΣ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ 31/03/2009 Αυγή

Την πράσινη οικονομία δεν την ανακάλυψε βέβαια εσχάτως το ΠΑΣΟΚ, για να τρομάζει κάποιους η πιθανή υιοθέτησή της και από την καθ’ ημάς αριστερά. Η πράσινη οικονομία πατά εδώ και περισσότερο από 20 χρόνια σε πολλά γερά εργαλεία για να τεκμηριώσει, όχι μόνον ηθικά αλλά και οικονομικά, ότι «η προστασία συμφέρει».

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που χρησιμοποιεί η οικολογική σκέψη δια της πράσινης οικονομίας είναι και ο υπολογισμός του «εξωτερικού περιβαλλοντικού κόστους», για να το εισαγάγει στη συνέχεια στο συνολικό κόστος ενός προϊόντος – μιας επένδυσης. Από το 1988 έχουμε ήδη κάποιες σοβαρές εργασίες για την οικονομική αποτίμηση του περιβαλλοντικού κόστους, με πρώτη εφαρμογή την αποτίμηση των εξωτερικών οικονομιών στην ηλεκτροπαραγωγή. Για την Ελλάδα έχουμε και συγκεκριμένες εφαρμογές, κυρίως σε συγκριτική αξιολόγηση ενεργειακών επενδύσεων.

Η συνολική οικονομική αξία του φυσικού περιβάλλοντος προκύπτει ως το άθροισμα της χρηστικής και της εσωτερικής του αξίας. Η χρηστική αξία είναι πιο εύκολο να υπολογιστεί: όλες οι υπηρεσίες που το φυσικό περιβάλλον προσφέρει άμεσα ή έμμεσα, τα καταναλωτικά ή μη αγαθά που μας προμηθεύει κ.λπ. Ο υπολογισμός της εσωτερικής αξίας έχει περισσότερες δυσκολίες υπολογισμού, καθώς αναφερόμαστε σε αξίες που βρίσκονται στη φύση των αγαθών αυτών. Γενικά όμως, μπορούμε να πούμε ότι είναι το κόστος της αειφορίας, της δυνατότητας, δηλαδή, να διατηρεί η φύση την αναπαραγώγιμη δυνατότητά της.

Η συγκριτική αξιολόγηση έργων ή πολιτικών επιλογών, η έγκριση ή απόρριψή τους με βάση σαφείς δείκτες που φέρνουν σε κοινή βάση όλες τις παραμέτρους που υπεισέρχονται στη συνολική οικονομική ανάλυση και αφορούν στα εμπορεύσιμα ή μη αγαθά, γίνεται έτσι πιο ολοκληρωμένη και πιο «δίκαιη». Πιο δίκαιη απέναντι στη φύση, απέναντι στις επόμενες γενιές, απέναντι σε τοπικές ιδιαιτερότητες.

Μέχρι τώρα, η επικρατούσα αναπτυξιακή αντίληψη στηρίζεται στο λεγόμενο «ιδιωτικό κόστος» (λειτουργικό κόστος, κόστος διοίκησης, κόστος κεφαλαίου κ.λπ.), προκειμένου να αξιολογήσει μια επιλογή, να καθορίσει το κόστος ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας.

Το εξωτερικό κόστος που αντιπροσωπεύει η μείωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου λόγω της συγκεκριμένης κάθε φορά παραγωγικής διαδικασίας, δεν λαμβάνονταν υπ’ όψη στη διαμόρφωση της τιμής. Η φύση θεωρούνταν ως μια δωρεάν εισροή στην παραγωγική διαδικασία.

Συνυπολογίζοντας το εξωτερικό κόστος, για τον υπολογισμό του κόστους μιας επένδυσης θα πρέπει τότε να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας το συνολικό «κοινωνικό κόστος», το οποίο θα προκύπτει ως το άθροισμα του «ιδιωτικού» και του «εξωτερικού» κόστους.

Οι υπολογισμοί του εξωτερικού κόστους, στηρίζονται πλέον σε οικονομικές αναλύσεις και όχι σε εμπειρικές προσεγγίσεις. Η οικονομική επιστήμη έχει αναδείξει μεθοδολογίες και οικονομικά εργαλεία που μετρούν το περιβαλλοντικό κόστος με μεγάλη φερεγγυότητα. Έχει κυλήσει πολύ νερό στην πορεία της ωρίμανσης της οικολογικής προσέγγισης στα θέματα της οικονομικής διάστασης που έχει η «προστασία». Η επιβολή προστίμου σε όποιον ρυπαίνει ήταν μια πρώτη, σωστή αλλά ατελής απόπειρα σύνδεσης της παραγωγικής διαδικασίας με την προστασία του περιβάλλοντος. Όποιος ρυπαίνει ασφαλώς πρέπει να πληρώνει, αλλά δεν σταματά έτσι και η ρύπανση. Στη συνέχεια διαμορφώθηκε κάποιος μαθηματικός τύπος για τη σύνδεση αυτή, αναποτελεσματικός και αυτός. Μέσω της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη -την οποία η Ελλάδα, όπως πάντα, καθυστερεί να εφαρμόσει- επιχειρείται ο υπολογισμός του κόστους αποκατάστασης από μια ζημιά στο περιβάλλον και έτσι να υπολογιστεί το «πρόστιμο» που θα επιβληθεί. Ασφαλώς αυτό αποτελεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Τώρα το ζητούμενο είναι να δούμε αυτή τη διασύνδεση από τη φάση του σχεδιασμού μιας επένδυσης και όχι μόνον όταν ρυπάνει.

Μήπως, όμως, έτσι ανεβαίνει το κόστος των αγαθών που παράγονται; Σωστό! Σωστό είναι ότι ανεβαίνει το κόστος και σωστό είναι που ανεβαίνει. Και είναι σωστό με την έννοια ότι πλέον η τιμή που θα διαμορφώνεται με τον τρόπο αυτό θα είναι μια «δίκαιη τιμή». Με τον παραδοσιακό τρόπο διαμόρφωσης των τιμών, η επιλογή του πετρελαίου ήταν πιο «φτηνή» σε σχέση με τι ΑΠΕ, π.χ., ενώ και η πυρηνική ενέργεια επιδιώκει να εμφανιστεί ως «φτηνότερη» άλλων μορφών ενέργειας εφόσον δεν εσωτερικεύει το περιβαλλοντικό κόστος από τα απόβλητα ή το ρίσκο των ατυχημάτων. Αυτή η ανακατανομή στη διαμόρφωση των τιμών θα επηρεάσει και πολλές μεγάλες αναπτυξιακές επιλογές, θα προστατέψει φυσικούς πόρους που βρίσκονται σε πορεία εξάντλησης, θα επηρεάσει τη χωροθέτηση κάποιων μονάδων ανάλογα με τη φύση της παραγωγικής τους διαδικασίας, θα ευνοήσει τη στροφή σε επενδύσεις φιλικές προς το περιβάλλον, σε καθαρές τεχνολογίες. Δεν θα πρόκειται, δηλαδή, για μια συγκυριακή και μονοδιάστατη αύξηση των τιμών, αλλά για μια γενική αναδιάταξη του αναπτυξιακού σκηνικού. Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό για να τύχει της ανάλογης προσοχής από τον χώρο της αριστεράς και όχι μιας αφοριστικής διαγραφής από τις επιλογές της, επειδή, λέει, είναι ένας μηχανισμός της αγοράς που απλώς ανεβάζει τις τιμές.

Ετικετοσύννεφο