Διευθυντής Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥΡΙΖΑ


berlin_wall

Ημερομηνία δημοσίευσης: 2 8/11/2009

ΛΟΥΤΣΙΑΝΑ ΚΑΣΤΕΛΛΙΝΑ

Θα ήθελα να μου επιτραπεί -και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό- ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σχόλιο. Αυτό μου είναι απα- ραίτητο, προκειμένου να μην με θεωρήσουν μια πωρωμένη συντηρητική ορθόδοξη κομμουνίστρια όσοι δεν θυμούνται (ή έχουν επιλέξει να μην θυμούνται) εκείνα τα παλιά, πλέον, χρόνια του ‘60 και του ‘70. Διότι ισχυρίζομαι ότι το ‘89 δεν είναι η χρονολογία μιας χαρούμενης απελευθερωτικής επανάστασης, αλλά ένα πέρασμα αρκετά πιο διφορούμενο με πολλές συνέπειες, από τις οποίες δεν ήταν όλες θαυμάσιες.

Με δύο λόγια και για να αποφευχθούν πιθανές παρεξηγήσεις, θέλω να θυμίσω πως εγώ, μαζί με άλλους, εκδιώχθηκα, το ‘69, από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας μεταξύ άλλων λόγων και επειδή θεωρούσα ότι το σοβιετικό σύστημα δεν μπορούσε πια να μεταρρυθμιστεί και δεν μπορούσαμε πια να το υπερασπιζόμαστε.

Πολλοί από αυτούς που στις χώρες της Ανατολής αγωνίζονταν για ελευθερία και δημοκρατία, υπήρξαν συνομιλητές απευθείας (και για μεγάλο χρονικό διάστημα κατ’ αποκλειστικότητα) του περιοδικού στο οποίο δώσαμε ζωή και το όνομα Il Manifesto.

Είκοσι χρόνια αργότερα, το ‘89, ήταν ακόμα πιο σαφές πως, εάν ο κομμουνισμός μπορούσε να έχει ακόμα κάποιο μέλλον (όπως εμείς σκεφτόμαστε), αυτό σίγουρα δεν θα συνέβαινε σε συνέχεια με τη σοβιετική εμπειρία. Μια ρήξη ήταν, επομένως, απαραίτητη, αλλά όχι μια οποιαδήποτε. Επί της ουσίας, φαινόταν πως ήταν περισσότερο από ποτέ αναγκαίος ένας κριτικός στοχασμός από όλες τις δυνάμεις που είχαν εμπνευστεί από εκείνη την ιστορία, εάν επιθυμούσαν να έχουν ακόμα κάποιο ρόλο. Αυτός ο στοχασμός αντιθέτως δεν υπήρξε.

Αν επιμένω να λέω -και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, είναι ακόμα πιο φανερό- πως, εκείνο το φθινόπωρο του ‘89, υπήρξε βεβαίως απελευθέρωση από καθεστώτα που είχαν γίνει καταπιεστικά, αλλά δεν υπήρξε μια αποφασιστική απελευθέρωση, το λέω γιατί η πτώση του Τείχους πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: όχι χάρη στη νίκη δυνάμεων που προωθούσαν μια θετική αλλαγή, αλλά ως επανακατάκτηση από την πλευρά μιας Δύσης, που ακριβώς εκείνα τα χρόνια, με τον Ρήγκαν, τη Θάτσερ και τον Κολ, είχε πραγματοποιήσει μια δραματικά αντιδραστική στροφή.

Ό,τι ακολούθησε δεν υπήρξε βέβαια ένδοξο. Με τη διάλυση του παλιού συστήματος, εισέβαλε, αλαζονικός και διαβρωτικός, ο πιο άγριος καπιταλισμός, ενώ κάθε μορφή ενσωμάτωσης στην κοινωνία των πολιτών, που αποτελούσε έκφραση κάποιας συλλογικής αξίας, ακυρώθηκε, δίνοντας τη θέση της στην ατομική αναδίπλωση μόνο, τους εγωισμούς και σε ό,τι χειρότερο. Κι αυτό συνέβη όχι μόνο στην Ανατολή του πρώην σιδηρού παραπετάσματος, αλλά και στην πλευρά μας. Γιατί και εδώ ο θάνατος του σοβιετικού σοσιαλισμού βιώθηκε ως άρνηση κάθε υπόθεσης για αλλαγή. Ακόμα και ένας φιλελεύθερος δημοκράτης όπως ο Μπόμπιο, που σίγουρα δεν ήταν κομμουνιστής, ανησυχούσε φανερά.

Η ιστορία δεν γίνεται με τα «εάν»

Δεν ήταν δεδομένο πως θα τα πράγματα θα εξελίσσονταν έτσι. Η ιστορία δεν γίνεται με τα «εάν» κι ούτε μπορούμε να κατηγορούμε το «κυνικό πεπρωμένο που μας εξαπατά».

Αν τα πράγματα πήγαν έτσι, αυτό δεν έγινε τυχαία, αλλά εξαιτίας συγκεκριμένων ευθυνών των οποίων όλοι φέρουμε το βάρος, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο. Θέλω μόνο να πω πως υπήρχαν και άλλα δυνατά σενάρια και πως οδηγηθήκαμε σε αυτό το αποτέλεσμα γιατί στο μεταξύ συντελέστηκε μια ιστορική ήττα της αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο και πως το 1989 είναι μια ημερομηνία που μας θυμίζει και αυτό. Αν το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε επιχειρήσει τη ρήξη με το σοβιετικό σύστημα την οποία επιχείρησε αργότερα, δηλ. το 1981, τότε που εμείς το είχαμε ζητήσει, δηλ. στα χρόνια του ‘60 που ο συσχετισμός δύναμης τρεπόταν σε όφελος των δυνάμεων της αλλαγής σε όλες τις ηπείρους, τότε θα ήταν ακόμα δυνατή μια έξοδος «από τα αριστερά» από τη σοβιετική εμπειρία, κι όχι η οπισθοχώρηση στο παλιό, η οποία αντιθέτως συνέβη.

Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ο κόσμος είχε αλλάξει, στο δε τέλος της είχε χειροτερεύσει περαιτέρω.
Στον τρίτο κόσμο, οι χώρες που είχανπρόσφατα κερδίσει την ανεξαρτησία τους και είχαν προσπαθήσει να αποφύγουν τον νεοκαπιταλισμό, είχαν πλέον καταλήξει σε μεγάλο βαθμό στα χέρια διεφθαρμένων «κομπραδόρικων» μαφιόζικων ομάδων, αφού είχαν πεθάνει σχεδόν παντού οι μεγάλες ελπίδες που είχαν ζωντανεύσει τα απελευθερωτικά κινήματα που τις είχαν οδηγήσει στην ανεξαρτησία.

Ευρώπη και Αριστερά
Η μοναδική χώρα που είχε προσπαθήσει να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο που είχε επιβληθεί από τη γραφειοκρατία της Μόσχας, η Γιουγκοσλαβία, βρισκόταν -αφού πέθανε ο Τίτο- στα πρόθυρα μιας εσωτερικής σύγκρουσης, που επρόκειτο να την κομματιάσει.

Είχε πια διαψευστεί κι η αυταπάτη την οποία είχε προκαλέσει η Διάσκεψη του Μπαντούγκ [2] που είχε εμψυχώσει το Βελιγράδι και που για κάποιες δεκαετίες είχε πράγματι συμβάλει στο να μειωθεί η αλαζονεία των δύο μεγάλων δυνάμεων.

Το εργατικό κίνημα στη Δύση είχε εξαναγκαστεί σε μια αμυντική γραμμή για να εμποδίσει την κατάργηση των κατακτήσεων των προηγούμενων δεκαετιών, εξέλιξη που τελικά δεν αποφεύχθηκε. Το ’68 φαινόταν πια τιθασευμένο από την παθητική επανάσταση που τα κυρίαρχα στρώματα είχαν καταφέρει να πραγματοποιήσουν, ενσωματώνοντας ό,τι ανώδυνο υπήρξε σε εκείνο το εκπληκτικό κίνημα και ακυρώνοντας κάθε εναλλακτικό στοιχείο του.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική ηγεσία -ο Μπραντ, ο Πάλμε, ο Φουτ, ο Κράισκυ- που είχε θαρραλέα προσπαθήσει να μετακινήσει το σιδηρούν παραπέτασμα με τον διάλογο αντί της στρατιωτικής απειλής, είχε πλέον αποτραβηχτεί από τη σκηνή, αφού είχαν εξαφανιστεί από την ημερήσια διάταξη οι προτάσεις αποπυρηνικοποίησης, τουλάχιστον, της κεντρικής ευρωπαϊκής ζώνης.

Στην Ιταλία υπήρχε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που είχε καθυστερήσει υπερβολικά να λάβει υπόψη του τη σοβιετική κρίση και, στη συνέχεια, είχε βάλει στην άκρη την προσπάθεια στην οποία είχε στραφεί ο Μπερλινγκουέρ, πριν τον ξαφνικό και απρόσμενο θάνατό του: την ιδέα να μην εξαχθούν «από την εξάντληση της προωθητικής ορμής της Επανάστασης του Οκτώβρη» [3] συμπεράσματα που θα διέλυαν κάθε εναλλακτική υπόθεση, αλλά, αντιθέτως, να εξαχθεί η ένδειξη ενός δυνατού «τρίτου δρόμου», υπόθεση πάνω στην οποία είχε συνάψει μια γόνιμη ανταλλαγή και με σημαντικούς τομείς της σοσιαλδημοκρατίας.

Ακριβώς η πτώση του Τείχους ωθούσε το ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το πιο μεγάλο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης, με δύναμη ακόμη δύο περίπου εκατομμυρίων μελών και με το ένα τρίτο περίπου των ψήφων των εκλογέων, να προτείνει τη διάλυσή του, βάζοντας μπρος μια  βιαστική αλλαξοπιστία.

Εκεί, ακριβώς στην Ιταλία, αντίθετα με άλλες χώρες, θα ήταν δυνατή μια αλλαγή άλλου τύπου: γιατί η ρήξη με τη Σοβιετική Ένωση είχε συντελστεί εδώ και καιρό και η κριτική των συστημάτων αυτών δεν ήταν πια κληρονομιά μικρών μειοψηφιών (όπως, σε μεγάλο βαθμό, ήταν είκοσι χρόνια πριν, την εποχή της διαγραφής της ομάδας του Il Manifesto), αλλά μιας μεγάλης πλειοψηφίας μελών του κόμματος και ψηφοφόρων του.

Δεν χρειαζόταν η πτώση του τείχους για να αποκαλυφθεί η αποτυχία, αφού εκείνοι που πίστευαν ακόμα στον μύθο ήταν πια, πράγματι, μια μειοψηφία. Δεν υπήρχε εδώ, επομένως, καμιά ανάγκη για θορυβώδεις μεταμέλειες ούτε για το βιαστικό σβήσιμο της σκέψης, των αξιών, των κατακτήσεων που συγκροτούσαν την κληρονομιά του κόμματος.

Χτύπημα στη συλλογική μνήμη

Κι έτσι δόθηκε ένα πολύ σκληρό χτύπημα στη συλλογική μνήμη, στην υποκειμενικότητα εκατομμυρίων γυναικών και ανδρών. Μπορούσε, αντιθέτως, να έχει σταθεί η ευκαιρία, τελικά, για έναν κριτικό στοχασμό πάνω στην ιστορία, κάτι που δεν έγινε. Δεν πιστεύω πως είναι τυχαίο το γεγονός πως οι επόμενες προσπάθειες να δοθεί ζωή σε κόμματα της αριστεράς παρήγαγαν σχηματισμούς τόσο πρ χειρους, ανίκανους να κάνουν τους λογαριασμούς τους με την ιστορία.

Συνοπτικά: καμιά σοβαρή προσπάθεια να στοχαστούμε κριτικά πάνω στο τι είχε συμβεί για να αντλήσουμε δύναμη για μια πιο πρόσφορη προσπάθεια αλλαγής του κόσμου, αλλά, αντιθέτως, μόνο νοσταλγική στασιμότητα ή, διαφορετικά, παράδοση στην αντίληψη που διακήρυττε ότι ο καπιταλισμός αποτελεί τον μοναδικό ορίζοντα της ιστορίας. Για μένα και πολλούς άλλους η ημερομηνία του ’89 είναι, επίσης, η ημερομηνία αυτού του πένθους.

Είναι ένα συμπέρασμα που ισχύει όχι μόνο για τους κομμουνιστές. Εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έπεσε το Τείχος, ήταν φανερό πως θα είχαν υπάρξει συνέπειες και στο άλλο ρεύμα του εργατικού κινήματος, τη σοσιαλδημοκρατία. Η κρίση της οποίας, διαρκώς πιο έντονη, αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία αυτού του γεγονότος. Γιατί είναι η ίδια η νομιμότητα κάθε αριστερής ιδέας που τέθηκε υπό συζήτηση. Κι όχι μόνο: ακόμα κι αν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν υπάρξει πάντα πολύ εχθρικά στο σοβιετικό μπλοκ, πρέπει να πούμε πως οι κοινωνικές κατακτήσεις τους στην Ευρώπη αποσπάστηκαν χάρη και στο γεγονός πως η αστική τάξη είχε υποχρεωθεί σε συμβιβασμούς γιατί υπήρχε μια κοινωνία που, με όλα της τα ελαττώματα, είχε σαρώσει τη φεουδαρχία και την αντίδραση. Χωρίς τον άνεμο της Ανατολής δεν θα μπορούσαμε να φανταστού- με εκείνες τις κατακτήσεις. Είναι ολόκληρη η Αριστερά, τελικά, που από εκείνο τον τύπο της πτώσης της ΕΣΔΔ επλήγη.

Σίγουρα, το Τείχος θα μπορούσε να είχε πέσει με πολύ πιο δραματικό τρόπο: να είχε γίνει στάχτη από τους πυραύλους που ακριβώς εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ‘80 είχαν εγκατασταθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, στο πλαίσιο της παράλογης στρατηγικής του Ρήγκαν, στην οποία, μυωπικά, είχε απαντήσει η αντίστοιχη εγκατάσταση των SS20 από την πλευρά του Μπρέζνιεφ. Αν αυτό το καταστροφικό σενάριο δεν επαληθεύτηκε, αυτό συνέβη -θα ήθελα να το θυμίσω- σε μεγάλο βαθμό χάρη στο ειρηνιστικό κίνημα, τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή κινητοποίηση νέων μετά το ‘68, που συγκράτησε τις φιλοπόλεμες πιέσεις και συνέβαλε στην προώθηση μιας διαπραγματεύσεων για τον αφοπλισμό, οι οποίες δημιούργησαν τον χώρο μέσα στον οποίο ο Γκορμπατσόφ -πραγματικός πρωταγωνιστής της πτώσης του Τείχους- μπόρεσε αρχικά να κινηθεί.

Όχι για πολύ, βέβαια, γιατί ο νέος σοβιετικός ηγέτης, που είχε καταλάβει ότι έπρεπε να κάνει αλλαγές και, μάλιστα, γρήγορα, και κινήθηκε σε αυτή την κατεύθυνση με απρόβλεπτο θάρρος, δεν βρήκε συνομιλητές στη δύση διατεθειμένους να διαμορφώσουν εκείνο το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» που αυτός είχε στο νου του και που θα έπρεπε να είναι κάτι διαφορετικό από την απλή προσάρτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των πιο υπάκουων χωρών της Ανατολής. Κάποιο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση το υπαινίχθηκε, τον Ιανουάριο του ‘90, ο Ζακ Ντελόρ, πρόεδρος, εκείνη την περίοδο, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά κανείς δεν τον ακολούθησε. Κι έτσι το ‘89 αποτελεί την ημερομηνία και μιας άλλης ήττας: της ήττας της φιλοδοξίας για ανάληψη εκ μέρους της Ευρώπης ενός ρόλου στον επανασχεδιασμό των διεθνών σχέσεων, κάτι που τα ανοίγματα του Γκορμπατσόφ επέτρεπαν. Κι έτσι η διπολική ισορροπία δεν κατέληξε σε μια πολυπολική ισορροπία, έγινε απλά μονοπολική.

Αν η Αριστερά…

Αν στο δικό μας τμήμα της Ευρώπης υπήρχε μια αριστερά πιο δυνατή και διορατική, θα είχε μπορέσει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία της διάλυσης των δύο πολιτικο-στρατιωτικών μπλοκ για να δώσει νέα δύναμη στο υποκείμενο Ευρώπη, δημιουργώντας, έτσι, μια νέα ισορροπία των σχέσεων δύναμης στον κόσμο. Αντιθέτως, η αδυναμία της αποτέλεσε μόνο την εγγύηση για μια παράδοση στον ατλαντισμό, εγκαταλείποντας τους πάντες στο έλεος της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πόλεμος ενάντια στο Ιράκ, η παλαιστινιακή καταστροφή και, τέλος, το Αφγανιστάν είναι εδώ για να το αποδείξουν. Όσον αφορά τις
παλιές «Λαϊκές Δημοκρατίες» επέστρεψαν στο υποτελές καθεστώς του προτεκτοράτου και της εξάρτησης από τον δυτικό καπιταλισμό, που είχε επιφυλαχθεί, ανάμεσα στους δύο πολέμους, στην Κεντρική Ευρώπη και την περιοχή των Βαλκανίων.

Το πιο διαφωτιστικό, ίσως, παράδειγμα του πόσο άσχημα εξελίχθηκαν τα πράγματα είναι εκείνο της ενοποίησης της Γερμανίας, που υπήρξε νόμιμο όνειρο του γερμανικού λαού.

Είκοσι χρόνια μετά από εκείνο το γεγονός, μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Spiegel μας λέει πως το 57% των πολιτών της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας νοσταλγούν εκείνο το καθεστώς. Που σίγουρα δεν ήταν καθόλου ωραίο. Πράγμα που πάει να πει ότι η ενσωμάτωση υπήρξε μόνο κατάκτηση και πως η Δύση κατέφθασε ως οδοστρωτήρας, διαγράφοντας κάθε τι, ακόμα και τα κοινωνικά δικαιώματα που είχαν θεσπιστεί εκεί και που σήμερα αποτελούν αντικείμενο νοσταλγίας.

Αν επιμένω ακόμα και σήμερα να υπογραμμίζω τις χαμένες ευκαιρίες του ‘89, και τις καταστροφές που προκάλεσε το γεγονός πως δεν τις εκμεταλλευτήκαμε, είναι γιατί μέσα στην αγιογραφική ευφορία με την οποία γιορτάζεται η επέτειος των είκοσι χρόνων της πτώσης του Τείχους ακόμα και από ένα μεγάλο τμήμα της δικής μας Αριστεράς, υπάρχει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: ο ανέμελος ενταφιασμός ολόκληρου του εικοστού αιώνα, σαν να επρόκειτο για ένα σωρό μόνο από φρικιαστικές εμπειρίες, που πρέπει να ξεχάσουμε. Χωρίς τον παραμικρό ιστορικό σεβασμό για ό,τι ηρωϊκό και θαρραλέο, κι όχι μόνο τραγικό, υπήρξε μέσα στις μεγάλες προσπάθειες του εικοστού αιώνα, ακόμα και αν αυτές οι προσπάθειες ηττήθηκαν. Κι όχι μόνο αυτό: υπάρχει και μια ταπεινή μείωση της έννοιας της ελευθερίας και της δημοκρατίας, που έτσι υστερεί ακόμα και σε σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση, η οποία μαζί με τη λέξη liberté (ελευθερία) είχε τοποθετήσει και τις άλλες δύο σημαντικές εκφράσεις: egalité (ισότητα) και fraternite (αδελφότητα). Οι έννοιες αυτές σήμερα θεωρούνται παιδιάστικες και αλληλοαποκλειόμενες . Η αγορά, πράγματι, δεν μπορεί να τις ανεχτεί.

Εγώ δεν πιστεύω πως θα οδηγηθούμε πουθενά, αν, αντιθέτως, δεν ξαναρχίσουμε να στοχαζόμαστε πάνω σε εκείνο τον αιώνα, γιατί πρόκειται για μια ιστορία γεμάτη από σκιές, αλλά κι από εξαιρετικές εμπειρίες. Το να πετάξουμε όλα αυτά στη στάχτη σημαίνει να αποτεφρώσουμε και κάθε επιθυμία για την αλλαγή και για το μέλλον. Εκείνες τις εβδομάδες της ορμητικής επιτάχυνσης της ιστορίας, που κορυφώθηκε με τον ανθρώπινο χείμαρρο που διέσχιζε, γιορτάζοντας, την πύλη του Βραδεμβούργου, ήμουν κι εγώ στο Βερολίνο. Συμμετέχοντας, βέβαια, σε εκείνη τη χαρά, όπως είναι κανείς χαρούμενος κάθε φορά που ανατρέπεται κάτι που εμποδίζει την αλλαγή. Αλλά η πραγματική ελευθερία, εκείνη για την οποία μάχονται τόσοι και τόσοι που πιστεύουν πως ένας «άλλος κόσμος» είναι εφικτός, αυτή δεν θριάμβευσε. Γι’ αυτό το ‘89 δεν είναι μια γιορτή, είναι ένα πέρασμα αντιφατικό και δύσκολο. Μια ευκαιρία για να στοχαστούμε.

(Μετάφραση από τα ιταλικά: Γιάννης Ντινιακός)

1 To παρόν άρθρο, στα ιταλικά, βρίσκεται αναρτημένο στο δικτυακό τόπο:www.nuvole.it, από όπου και  μεταφράστηκε.
2 Στμ: με τη Διάσκεψη του Μπαντούγκ στην Ινδονησία (1955) θεσμοθετήθηκε η Κίνηση των Αδεσμεύτων.
3 Στμ: το 1981 ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ διατύπωνε την άποψη ότι: «Έχει πια εξαντληθεί η προωθητική ώθηση της Επανάστασης του Οκτώβρη» («Si è ormai esaurita la spinta propulsiva della Rivoluzione d’ottobre»).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: