Διευθυντής Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥΡΙΖΑ


του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Η εξέγερση κατά της χούντας στη μακρινή Βιρμανία συγκέντρωσε για μέρες το ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ και της «κοινής γνώμης» και στην Ελλάδα ορισμένοι προσπάθησαν να βρουν αναλογίες ανάμεσα στο τάγμα των 400.000 βουδιστών μοναχών, το οποίο τέθηκε επικεφαλής του εκεί αγώνα, και του ορθόδοξου κλήρου. Αν έχει νόημα, όμως, μια σύγκριση του κοινωνικού ρόλου βουδισμού και (ορθόδοξου) χριστιανισμού, αυτό βρίσκεται μόνο στην περίπτωση που συγκρίνονται η σημερινή στάση των βουδιστικών μοναχικών ταγμάτων και η αντίστοιχη του ορθόδοξου κλήρου επί επταετίας. Πρόκειται, ασφαλώς, για τη σύγκριση της μέρας με τη νύχτα.Το ιδεολογικό υπόβαθρο της δικτατορίας των Ελλήνων συνταγματαρχών, ένας ανιστορικός συνδυασμός αρχαίας παράδοσης και ορθόδοξου χριστιανισμού που αποτυπώθηκε στα περιβόητα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια», οι γνωστές δηλώσεις του κ. Χριστόδουλου ότι επί επταετίας «μελετούσε», αλλά και η αρθρογραφία του στις χουντικές εφημερίδες «Ελεύθερος Κόσμος» και «Στόχος», πριν και μετά την κατάρρευση της Χούντας, είναι μερικές μόνο, οι πιο γνωστές, διαστάσεις του ζητήματος. Δεν είναι όμως και οι μόνες.

Παρά τις τιμητικές εξαιρέσεις λιγοστών ιερέων, όπως ο εφημέριος Αγ. Γεωργίου Κερατσινίου, π. Γεώργιος Δημητριάδης,# τον τόνο καθ’όλη την επταετία έδιναν ποιμένες όπως ο Ιερώνυμος και αδελφότητες όπως ο «Σωτήρ» και η «Ζωή». Δεν ήταν βεβαίως η πρώτη φορά που η επίσημη Εκκλησία παραστεκόταν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην εξουσία – τα έργα και οι ημέρες του αρχιεπισκόπου και αντιβασιλέα Δαμασκηνού από την Κατοχή ως τον Εμφύλιο, είναι ενδεικτικά.

Είμαστε λοιπόν στα 1967, μόλις μια εβδομάδα μετά το πραξικόπημα. Κατά την περιφορά του Επιταφίου της Μ. Παρασκευής, ο τότε αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος θα υποστεί καρδιακή προσβολή και θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Η Χούντα θα τον πιέσει να παραιτηθεί, προκειμένου να εγκαταστήσει στη θέση του τον πρωθιερέα των ανακτόρων, αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη. Θα επιβληθεί, έτσι, ο Aναγκαστικός Nόμος 3/1967, με τον οποίο θα τεθεί όριο ηλικίας και για τον αρχιεπίσκοπο στα 80 χρόνια, και ο 87χρονος Χρυσόστομος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει. Με τον ίδιο νόμο θα οριστεί «αριστίνδην σύνοδος» της Eκκλησίας. Οι οχτώ μητροπολίτες που την απαρτίζουν, έχουν ήδη βολιδοσκοπηθεί και τελικά επιλεγεί για το συνεργάσιμο του χαρακτήρα τους#. Τον Ιούλιο του 1967, ο Θεόκλητος Διονυσιάτης, ενθουσιασμένος από τη δήλωση του Στ. Παττακού «έχομεν σύμμαχον τον Θεόν», θα γράψει στον «Ορθόδοξο Τύπο»: «Η υψηλού περιεχομένου αύτη φράσις […] ανανεώνει και την μνήμην των θεμελίων και της βιώσεως του Βυζαντίου μας […] Νεύσις Θεού ήτο η Επανάστασις προς σωτηρίαν της Ορθοδόξου Ελλάδος εκ των ονύχων του αθέου Κομμουνισμού».

Η αποδοχή της δικτατορίας από τον κλήρο δεν επιβάλλεται· εμπνέεται. Και δεν αφορά μόνο το ελλαδικό ορθόδοξο ιερατείο. Ο επίσκοπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής Μελέτιος θα χαρακτηρίσει τη δικτατορία «θεόπεμπτον», ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων θα  παρασημοφορήσει τους δικτάτορες, ενώ ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικόλαος θα απονείμει στον «Πρόεδρο» Παπαδόπουλο το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Ευαγγελιστή Μάρκου. Όσο για τον –αρχιεπίσκοπο, πια- Ιερώνυμο, το Μάιο του 1968 θα αποδώσει στον ηγέτη της Χούντας το ανώτερο παράσημο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το Χρυσό Σταυρό του Αποστόλου Παύλου· είναι η πρώτη φορά που μια τέτοια τιμή αποδίδεται σε πολιτικό ηγέτη της χώρας. Ακόμα κι όταν διαφωνεί με την ωμή βία που χρησιμοποιεί το καθεστώς, ο Ιερώνυμος δεν παύει να αποκαλεί τη Χούντα «Επανάσταση»#.

Στο ίδιο κλίμα, το Σεπτέμβριο του 1968 ο μητροπολίτης Λαρίσης Θεολόγος και ο Κρήτης Ευγένιος θα προπαγανδίσουν το «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα της Χούντας για το «Σύνταγμα», ενώ σε πιο «σκληρή γραμμή», ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Λεωνίδας θα δηλώσει: «Δύο Δέσποινας έχομεν. Μίαν εις τους ουρανούς, την Παναγίαν, και άλλην εις την γην, την κυρία Προέδρου». Το Μάρτιο του 1969, ο Νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας (Ν. 126/69), θα θέσει την Εκκλησία υπό τον πλήρη έλεγχο της Χούντας, ενώ στην πορεία, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του καθεστώτος θα μεταφερθούν και εντός της ιεραρχίας, με το «σχίσμα» ανάμεσα σε «παπαδοπουλικούς» και «ιωαννιδικούς» ιερείς να διαιρεί κλήρο και ποίμνιο. Ο –εκλιπών- πρώτος αρχιεπίσκοπος της Μεταπολίτευσης Σεραφείμ Τίκας, ανήκει στον κύκλο της επιρροής Ιωαννίδη.

Πώς δικαιολογούνται σήμερα τα «αμαρτήματα» της μελετηρής Εκκλησίας της Ελλάδας; Μάλλον αμήχανα. Ενδεικτική η περίπτωση του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου: «Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο – Νοσοκομείο που θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων. Και όπως κανείς δεν διαμαρτύρεται γιατί τα Νοσοκομεία των Αθηνών δεν έλαβαν κάποια αρνητική θέση κατά την διάρκεια της Επταετίας, αφού ήταν άλλος ο σκοπός τους και συνέχιζαν να θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων, το ίδιο θα έπρεπε να σκέπτεται για την Εκκλησία, η οποία θεραπεύει τους ανθρώπους σε όποιες κοινωνικές συνθήκες και αν ευρίσκεται» (Ελευθεροτυπία, 28/5/2001). Φαίνεται ότι στις συνθήκες της επταετίας, τα «Νοσοκομεία» του είδους ειδικεύονταν στο γύψο. Εξάλλου, τον ίδιο θεραπευτικό λόγο χρησιμοποιούσε και ο Παπαδόπουλος στο γνωστό πρώτο του διάγγελμα μετά την επιβολή της δικτατορίας…

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: