Διευθυντής Κοινοβουλευτικής Ομάδας ΣΥΡΙΖΑ


ΣΑΚΗΣ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ 31/03/2009 Αυγή

Την πράσινη οικονομία δεν την ανακάλυψε βέβαια εσχάτως το ΠΑΣΟΚ, για να τρομάζει κάποιους η πιθανή υιοθέτησή της και από την καθ’ ημάς αριστερά. Η πράσινη οικονομία πατά εδώ και περισσότερο από 20 χρόνια σε πολλά γερά εργαλεία για να τεκμηριώσει, όχι μόνον ηθικά αλλά και οικονομικά, ότι «η προστασία συμφέρει».

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που χρησιμοποιεί η οικολογική σκέψη δια της πράσινης οικονομίας είναι και ο υπολογισμός του «εξωτερικού περιβαλλοντικού κόστους», για να το εισαγάγει στη συνέχεια στο συνολικό κόστος ενός προϊόντος – μιας επένδυσης. Από το 1988 έχουμε ήδη κάποιες σοβαρές εργασίες για την οικονομική αποτίμηση του περιβαλλοντικού κόστους, με πρώτη εφαρμογή την αποτίμηση των εξωτερικών οικονομιών στην ηλεκτροπαραγωγή. Για την Ελλάδα έχουμε και συγκεκριμένες εφαρμογές, κυρίως σε συγκριτική αξιολόγηση ενεργειακών επενδύσεων.

Η συνολική οικονομική αξία του φυσικού περιβάλλοντος προκύπτει ως το άθροισμα της χρηστικής και της εσωτερικής του αξίας. Η χρηστική αξία είναι πιο εύκολο να υπολογιστεί: όλες οι υπηρεσίες που το φυσικό περιβάλλον προσφέρει άμεσα ή έμμεσα, τα καταναλωτικά ή μη αγαθά που μας προμηθεύει κ.λπ. Ο υπολογισμός της εσωτερικής αξίας έχει περισσότερες δυσκολίες υπολογισμού, καθώς αναφερόμαστε σε αξίες που βρίσκονται στη φύση των αγαθών αυτών. Γενικά όμως, μπορούμε να πούμε ότι είναι το κόστος της αειφορίας, της δυνατότητας, δηλαδή, να διατηρεί η φύση την αναπαραγώγιμη δυνατότητά της.

Η συγκριτική αξιολόγηση έργων ή πολιτικών επιλογών, η έγκριση ή απόρριψή τους με βάση σαφείς δείκτες που φέρνουν σε κοινή βάση όλες τις παραμέτρους που υπεισέρχονται στη συνολική οικονομική ανάλυση και αφορούν στα εμπορεύσιμα ή μη αγαθά, γίνεται έτσι πιο ολοκληρωμένη και πιο «δίκαιη». Πιο δίκαιη απέναντι στη φύση, απέναντι στις επόμενες γενιές, απέναντι σε τοπικές ιδιαιτερότητες.

Μέχρι τώρα, η επικρατούσα αναπτυξιακή αντίληψη στηρίζεται στο λεγόμενο «ιδιωτικό κόστος» (λειτουργικό κόστος, κόστος διοίκησης, κόστος κεφαλαίου κ.λπ.), προκειμένου να αξιολογήσει μια επιλογή, να καθορίσει το κόστος ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας.

Το εξωτερικό κόστος που αντιπροσωπεύει η μείωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου λόγω της συγκεκριμένης κάθε φορά παραγωγικής διαδικασίας, δεν λαμβάνονταν υπ’ όψη στη διαμόρφωση της τιμής. Η φύση θεωρούνταν ως μια δωρεάν εισροή στην παραγωγική διαδικασία.

Συνυπολογίζοντας το εξωτερικό κόστος, για τον υπολογισμό του κόστους μιας επένδυσης θα πρέπει τότε να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας το συνολικό «κοινωνικό κόστος», το οποίο θα προκύπτει ως το άθροισμα του «ιδιωτικού» και του «εξωτερικού» κόστους.

Οι υπολογισμοί του εξωτερικού κόστους, στηρίζονται πλέον σε οικονομικές αναλύσεις και όχι σε εμπειρικές προσεγγίσεις. Η οικονομική επιστήμη έχει αναδείξει μεθοδολογίες και οικονομικά εργαλεία που μετρούν το περιβαλλοντικό κόστος με μεγάλη φερεγγυότητα. Έχει κυλήσει πολύ νερό στην πορεία της ωρίμανσης της οικολογικής προσέγγισης στα θέματα της οικονομικής διάστασης που έχει η «προστασία». Η επιβολή προστίμου σε όποιον ρυπαίνει ήταν μια πρώτη, σωστή αλλά ατελής απόπειρα σύνδεσης της παραγωγικής διαδικασίας με την προστασία του περιβάλλοντος. Όποιος ρυπαίνει ασφαλώς πρέπει να πληρώνει, αλλά δεν σταματά έτσι και η ρύπανση. Στη συνέχεια διαμορφώθηκε κάποιος μαθηματικός τύπος για τη σύνδεση αυτή, αναποτελεσματικός και αυτός. Μέσω της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη -την οποία η Ελλάδα, όπως πάντα, καθυστερεί να εφαρμόσει- επιχειρείται ο υπολογισμός του κόστους αποκατάστασης από μια ζημιά στο περιβάλλον και έτσι να υπολογιστεί το «πρόστιμο» που θα επιβληθεί. Ασφαλώς αυτό αποτελεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Τώρα το ζητούμενο είναι να δούμε αυτή τη διασύνδεση από τη φάση του σχεδιασμού μιας επένδυσης και όχι μόνον όταν ρυπάνει.

Μήπως, όμως, έτσι ανεβαίνει το κόστος των αγαθών που παράγονται; Σωστό! Σωστό είναι ότι ανεβαίνει το κόστος και σωστό είναι που ανεβαίνει. Και είναι σωστό με την έννοια ότι πλέον η τιμή που θα διαμορφώνεται με τον τρόπο αυτό θα είναι μια «δίκαιη τιμή». Με τον παραδοσιακό τρόπο διαμόρφωσης των τιμών, η επιλογή του πετρελαίου ήταν πιο «φτηνή» σε σχέση με τι ΑΠΕ, π.χ., ενώ και η πυρηνική ενέργεια επιδιώκει να εμφανιστεί ως «φτηνότερη» άλλων μορφών ενέργειας εφόσον δεν εσωτερικεύει το περιβαλλοντικό κόστος από τα απόβλητα ή το ρίσκο των ατυχημάτων. Αυτή η ανακατανομή στη διαμόρφωση των τιμών θα επηρεάσει και πολλές μεγάλες αναπτυξιακές επιλογές, θα προστατέψει φυσικούς πόρους που βρίσκονται σε πορεία εξάντλησης, θα επηρεάσει τη χωροθέτηση κάποιων μονάδων ανάλογα με τη φύση της παραγωγικής τους διαδικασίας, θα ευνοήσει τη στροφή σε επενδύσεις φιλικές προς το περιβάλλον, σε καθαρές τεχνολογίες. Δεν θα πρόκειται, δηλαδή, για μια συγκυριακή και μονοδιάστατη αύξηση των τιμών, αλλά για μια γενική αναδιάταξη του αναπτυξιακού σκηνικού. Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό για να τύχει της ανάλογης προσοχής από τον χώρο της αριστεράς και όχι μιας αφοριστικής διαγραφής από τις επιλογές της, επειδή, λέει, είναι ένας μηχανισμός της αγοράς που απλώς ανεβάζει τις τιμές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: