του Δημήτρη Παπανικολόπουλου
Η σύντομη δεκαετία του ’60 είναι γνωστή για την κινηματική έκρηξη που σημειώθηκε και, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, οδήγησε στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Ολόκληρη η προδικτατορική περίοδος διαπερνάται από ένα δημοκρατικό κίνημα που αμφισβήτησε τις πολιτικές συντεταγμένες του μετεμφυλιακού κράτους και αποτέλεσε το κίνημα των κινημάτων της περιόδου. Όλα τα επιμέρους κινήματα (φοιτητικό, νεολαιίστικο, εργατικό) δεν άργησαν, καθώς εντόπιζαν τον κοινό αντίπαλο και πολιτικοποιούσαν τους αγώνες τους, να πέσουν σαν παραπόταμοι στην κοίτη του υπό διαμόρφωση δημοκρατικού κινήματος.
Η αλληλεπίδραση του κράτους και των κοινωνικών αγώνων τις δεκαετίας του ’40 είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή εδραίωση της πολιτικής καταπίεσης, τον αποκλεισμό της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού από την εξουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα (στρεβλούς εκλογικούς νόμους, αστυνομοκρατία, εκλογές βίας και νοθείας) και την παρέμβαση του κράτους με σκοπό τη δημιουργία, τη νομιμοποίηση και την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων σε βάρος των αριστερών και κεντρώων πολιτών. Με άλλα λόγια το μετεμφυλιακό κράτος υπήρξε απάντηση στο κομμουνιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’40.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα την ίδια περίοδο δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα, αλλά και ευκαιρίες για συλλογικούς αγώνες. Η φτώχεια, που δε γινόταν πλέον ανεκτή καθώς η Ελλάδα είχε από τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη, η ανεργία που διευρυνόταν λόγω της εκμηχάνισης της αγροτικής οικονομίας και της συνακόλουθης απελευθέρωσης εργατικών χεριών, η μερική καταστροφή του κοινωνικού ιστού στην επαρχία, η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση με τις αντιθετικές ενδεχομένως συνέπειές τους, η αστικοποίηση, η δημιουργία νέων κοινωνικοεπαγγελματικών ομάδων (οικοδόμοι, νέα κομμάτια της εργατικής τάξης) και η δημιουργία ενός ευάριθμου φοιτητικού σώματος, μέσω της επέκτασης των δομών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υπήρξαν αλληλένδετα στοιχεία μιας αλυσιδωτής διαδικασίας που πυροδότησαν τους συλλογικούς αγώνες της περιόδου.
Οι συνθήκες αυτές διαμορφώθηκαν σε στενή συνάρτηση με τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον. Η διαμόρφωση του μετεμφυλιακού κράτους δε μπορεί να κατανοηθεί έξω από το ψυχροπολεμικό διεθνές σκηνικό, τον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων και, συνακόλουθα, την ανάγκη των ΗΠΑ να σταματήσουν την επέκταση του σοσιαλιστικού μπλοκ και να κρατήσουν μακριά την ΕΣΣΔ από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η εδραίωση και η αποτελεσματικότητα του μετεμφυλιακού κράτους οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ . Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα αντιστοίχως δε μπορεί να κατανοηθεί έξω από τις διεθνείς κινήσεις του εμπορίου και των κεφαλαίων που άγγιζαν όλες τις χώρες και τις ενσωμάτωναν ως περιφερειακές στο παγκόσμιο καπιταλιστικό δίκτυο, το κέντρο του οποίου τοποθετούνταν στις ΗΠΑ.
Με τις δύο αυτές θεμελιώδεις διαδικασίες είναι συνδεδεμένα και τα δύο κινήματα που σημάδεψαν με την δράση τους την περίοδο:το δημοκρατικό και το στρατιωτικό. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού ευνόησε, μέσω των συνεπειών της, την ανάπτυξη του δημοκρατικού κινήματος και ο Ψυχρός Πόλεμος, μέσω των δικών του συνεπειών, ευνόησε την ανάπτυξη του στρατιωτικού κινήματος. Και τα δύο προσπάθησαν να λύσουν, το καθένα για λογαριασμό του, τη θεμελιώδη αντίφαση της περιόδου, την αντίφαση δηλαδή ανάμεσα στον οικονομικό και κοινωνικό «εκσυγχρονισμό», που επέτρεψε την αυτόνομη είσοδο των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο, και στις αγκυλώσεις του μετεμφυλιακού κράτους, που απέκλειε ακριβώς αυτές τις μάζες.
Αυτές ήταν λοιπόν οι δομικές συνθήκες εξαιτίας των οποίων και μέσα στις οποίες έλαβε χώρα το δημοκρατικό κίνημα. Ωστόσο, χωρίς την εμφάνιση πολιτικών ευκαιριών και πρόσφορης οργάνωσης και ιδεολογίας κανένα κίνημα δε μπορεί ν’ αναπτυχθεί.
Με την οικοδόμηση του μετεμφυλιακού κράτους οι πολιτικές ευκαιρίες για δράση ήταν περιορισμένες. Η ισχύς του κράτους ήταν συντριπτική, η δεσπόζουσα στρατηγική του ήταν αυτή του αποκλεισμού των αντιφρονούντων ή απλώς διαμαρτυρομένων, η προηγούμενη αντιμετώπιση των κινημάτων και η πολιτική κουλτούρα των φορέων του ήταν εχθρική, η καταπίεση και ο κοινωνικός έλεγχος εμπόδιζαν το ξεδίπλωμα των κινηματικών διαδικασιών και ανέβαζαν το κόστος συμμετοχής σ’ αυτές. Οι κινηματικές οργανώσεις απουσίαζαν τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου και η ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς ήταν αδιαμφισβήτητη, τουλάχιστον μέχρι να πάρει δραματικές διαστάσεις το πρόβλημα της Κύπρου στα μέσα της δεκαετίας.
Η ηγεμονία αυτή δέχθηκε το πρώτο πλήγμα από τις κινητοποιήσεις των φοιτητών για το Κυπριακό, που, έχοντας την υποστήριξη σημαντικής μερίδας των κυρίαρχων πολιτικών ομάδων και της κοινής γνώμης, απονομιμοποίησαν τη Δεξιά ως τη μόνη εθνικόφρονα παράταξη, πρόσφεραν νέο περιεχόμενο στην έννοια «εθνική ανεξαρτησία» και, μέσω της διάχυσης του αντινατοϊσμού και του αντικρατισμού, συνεισέφεραν στην ανάδυση μιας δημοκρατικής ταυτότητας, τουλάχιστον στους φοιτητές. Η οργανωτική πείρα και τα δίκτυα που προέκυψαν από αυτές τις κινητοποιήσεις αξιοποιήθηκαν στη συνέχεια από τους φοιτητές, οι οποίοι έστησαν τις οργανώσεις τους μέσα στα έτη 1957-8 και εγκαινίασαν τα παμφοιτητικά συνέδριά τους το 1957.
Οι δομικές αλλαγές που σημειώθηκαν τα επόμενα χρόνια στον κοινωνικοοικονομικό και δημογραφικό τομέα είχαν ως αποτέλεσμα οι πολιτικοί έλεγχοι να αρχίσουν να χαλαρώνουν σε ευθεία αναλογία με το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, που αποδέσμευε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού από τις τοπικές πολιτικές εξαρτήσεις και δημιουργούσε μια πολιτική ρευστότητα ικανή να οδηγήσει υπό προϋποθέσεις σε νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις. Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι οι κοινωνικοί δρώντες περιορίζονται μόνο στο να εκμεταλλεύονται πολιτικές ευκαιρίες, αλλά δημιουργούν κιόλας. Δεν είναι τυχαίο ότι το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατούσε ιδίως στην ύπαιθρο καθ’ όλη τη δεκαετία του ’50 είχε αρχίσει να υποχωρεί κάτω από το βάρος των αγώνων που αναπτύσσονταν εκεί. Προέκυψε έτσι αστάθεια των πολιτικοϊδεολογικών διαιρέσεων, οι οποίες αδυνατούσαν να συμπεριλάβουν νέα αιτήματα και συμφέροντα και, ως εκ τούτου, πρόσφεραν την ευκαιρία για την ανάδυση νέων ταυτοτήτων. Την αδυναμία αυτή του συστήματος ν’ αναπαράγει τις αξίες του ακολούθησε η καταστροφή του μύθου της αστυνομικής παντοδυναμίας και της κρατικής τρομοκρατίας χάρη κυρίως στους αγώνες των οικοδόμων. Οι τελευταίοι χάρη στην υπομονετική δικτύωση που πέτυχαν καθ’ όλη τη δεκαετία του ’50 κατάφεραν ν’ ανοίξουν νέους δρόμους στο εργατικό κίνημα και έτσι ν’ αποτελέσουν μαζί με τους φοιτητές το δίδυμο της δεκαετίας του ’60.
Η πολιτικοποίηση όμως των αγώνων των επιμέρους διεκδικητικών κινημάτων προέκυψε ύστερα από τις εκλογές της «βίας και της νοθείας» του 1961. Η απειλή της περαιτέρω αυταρχικοποίησης της πολιτικής ζωής, της διαιώνισης του κράτους της Δεξιάς και του μόνιμου αποκλεισμού της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού από την εξουσία έκανε επιτακτική την εξωθεσμική συλλογική δράση. Οι εκλογές του 1961 όντας απειλή τόσο για τους κυριαρχούμενους όσο και για ένα μέρος των κυρίαρχων βρίσκονται στην αφετηρία δημιουργίας θετικών πολιτικών ευκαιριών για την ανάπτυξη ενός δημοκρατικού κινήματος. Ο Γ.Παπανδρέου, ύστερα από την ήττα της Ενώσεως Κέντρου (ΕΚ), κήρυξε τον Ανένδοτο αγώνα, ενώ το Παλάτι και οι ΗΠΑ κράτησαν έκτοτε πιο ευνοϊκή στάση απέναντι στην αντικατάσταση της ΕΡΕ, του κόμματος του Καραμανλή, από ένα αστικό κόμμα του Κέντρου. Αυτό συνιστούσε μία ρήξη στο εσωτερικό του μπλοκ της εξουσίας και, ως εκ τούτου, μια πολιτική ευκαιρία για την ανάπτυξη διεκδικητικών αγώνων, μιας και πλέον οι διεκδικητές είχαν στο πλευρό τους συμμάχους με επιρροή (ΕΚ).
Οι κινητοποιήσεις που έλαβαν χώρα στα πλαίσια του Ανένδοτου είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια πλατιά κοινωνικοπολιτική συμμαχία που ακύρωνε de facto τη διαίρεση ανάμεσα σε εθνικόφρονες και μη εθνικόφρονες, η οποία λειτουργούσε υπέρ των κρατούντων. Οι «κομμουνιστές και συνοδοιπόροι», παρά το γεγονός ή ακριβώς εξαιτίας του ότι η εξουσία τους επεφύλασσε μέχρι τότε κοινή αντιμετώπιση, απέκτησαν μια δημοκρατική ταυτότητα υπεράνω των κομματικών. Η αυτονομία αυτή άλλωστε από τους κομματικούς μηχανισμούς και η ενότητα που πραγματοποιήθηκε στη βάση πρόσφεραν τη μαζικότητα και τη συγκρουσιακότητα του υπό ανάπτυξη δημοκρατικού κινήματος. Οι κινηματικές οργανώσεις του φοιτητικού, του εργατικού και του νεολαιίστικου[1] κινήματος υποχρέωσαν, στη φάση της πολιτικοποίησης των αγώνων τους, τα θεσμικά κόμματα της ΕΔΑ (που ούτως ή άλλως από το 1958 λειτουργούσε ως ο κύριος οργανωτής των μαζών) και της ΕΚ να λειτουργήσουν σαν καλός αγωγός των αιτημάτων τους.
Αυτό υπήρξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε δυνατή η πτώση της Δεξιάς και η άνοδος της ΕΚ στην εξουσία. Η διακυβέρνηση της ΕΚ στη συνέχεια ανέτρεψε το καταπιεστικό πολιτικό πλαίσιο με αποτέλεσμα να έχουμε κινηματική εκτίναξη. Η μέγιστη ωστόσο μαχητικότητα του δημοκρατικού κινήματος καταγράφηκε κατά την περίοδο των Ιουλιανών, ύστερα από το βασιλικό πραξικόπημα, το οποίο επικαιροποίησε την απειλή που βρισκόταν στην αφετηρία του κινήματος, τη φαλκίδευση δηλαδή των δημοκρατικών όρων λειτουργίας του πολιτεύματος. Η πτώση της λαοπρόβλητης κυβέρνησης Παπανδρέου και η αντικατάστασή της από κυβερνήσεις αποστατών επέφερε τη σταδιακή συρρίκνωση των πολιτικών ευκαιριών, καθώς επανήλθε το προηγούμενο καταπιεστικό πολιτικό πλαίσιο, το μπλοκ εξουσίας συσπειρώθηκε εκ νέου μπροστά στον κίνδυνο και οι κύριοι σύμμαχοι του δημοκρατικού κινήματος, που στην τελευταία φάση του ριζοσπαστικοποιούσε περαιτέρω τα αιτήματά του αποσύρθηκαν στους διαδρόμους της θεσμικής πολιτικής λειτουργώντας ως πυροσβέστες. Η συρρίκνωση των πολιτικών ευκαιριών οδήγησε και στη συρρίκνωση και του ίδιου του δημοκρατικού κινήματος. Ίσως αυτό να μη συνέβαινε χωρίς τις εντάσεις που σημειώθηκαν μεταξύ κομμάτων (ΕΚ,ΕΔΑ,ΚΚΕ) και κινηματικών οργανώσεων, που οδήγησαν στην απώλεια της αυτονομίας των περισσότερων από αυτές. Αλλά γι αυτό θα μιλήσουμε σε επόμενο τεύχος.
Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορία Παντείου
[1] που ύστερα από τη δολοφονία του Γ.Λαμπράκη και την ίδρυση των Λαμπράκηδων έκανε αισθητή την παρουσία του στο πολιτικό σκηνικό με ακόμα πιο αυτόνομο τρόπο







