Όταν η Χούντα έπαιζε μπάλα…

Όταν η Χούντα έπαιζε μπάλα…
της  Μαριάνας Σφακιανάκη

Λονδίνο, Γήπεδο Γουέμπλεϊ, 2 Ιουνίου 1971, Άγιαξ -Παναθηναϊκός 2-0.  Η πορεία της ελληνικής ομάδας μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ήταν κάθε άλλο παρά αναμενόμενη και οι κακές γλώσσες υποστήριξαν ότι η Χούντα των Συνταγματαρχών έβαλε το χεράκι της σε αυτή την επιτυχία.
Η συνταγή υποστήριξης αθλητικών ομάδων από δικτατορικά καθεστώτα δεν αποτελεί ελληνική εφεύρεση. Όλοι αναγνωρίζουμε την ναζιστική προπαγάνδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, κάποιοι ίσως θυμούνται τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 από το καθεστώς Βιντέλα στην Αργεντινή και ίσως μπορούν να συσχετίσουν την επιτυχημένη Ρεάλ Μαδρίτης του ‘50 με το καθεστώς Φράνκο.
Η πορεία του Παναθηναϊκού μέχρι τον τελικό του Πρωταθλήματος Ευρώπης, παρά την ήττα του από τον Άγιαξ, αποτελεί άλλη μια εφαρμογή της συνταγής. Όταν ξεκίνησε η ομάδα την πορεία της στην Ευρώπη, ελάχιστοι πίστευαν ότι θα έφτανε μέχρι τον τελικό. Όταν οι επιτυχίες όμως ακολούθησαν η μια την άλλη, ένα παιχνίδι μετατράπηκε σε εθνική υπόθεση. Τι κι αν ακούστηκαν κάποιες φήμες για χρηματισμό των διαιτητών στον αγώνα με τον Ερυθρό Αστέρα; Δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Τι κι αν ακόμα οι απριλιανοί δικτάτορες και κάποιοι επιχειρηματίες φίλοι τους έδωσαν τα χρήματα για το υπέρογκο πριμ των παικτών του Παναθηναϊκού; Σημασία έχει ότι η ελληνική ομάδα έφτασε μέχρι τον τελικό. «Παίζεται η τύχη της Ελλάδος», έγραψαν οι εφημερίδες. Κι αν ακόμα έχασε, οι παίκτες αγωνίστηκαν «με πραγματικόν ελληνικόν πνεύμα», όπως τους τηλεγράφησε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.
Η πορεία του Παναθηναϊκού, το «έπος» του Γουέμπλεϊ, όπως αποκλήθηκε, ταυτίστηκε επιδέξια με την πορεία του ίδιου του έθνους, η επιτυχία κάποιων ανθρώπων σε ένα παιχνίδι μετατράπηκε σε προπαγάνδα υπέρ ενός δικτατορικού καθεστώτος. «Άρτος και θεάματα», όπως στην αυτοκρατορική Ρώμη. Ελάχιστοι θυμόνταν εκείνη τη μέρα ότι η χώρα βρισκόταν κάτω από ένα στυγνό στρατιωτικό καθεστώς.
Ο Παναθηναϊκός όμως, δεν ήταν η μόνη περίπτωση κατά την οποία η στρατιωτική δικτατορία ενεπλάκη με τα εσωτερικά των ομάδων. Τρεις μόλις μήνες μετά το πραξικόπημα, η χούντα αποφασίζει να διώξει τον Ούγγρο προπονητή του Ολυμπιακού Μάρτον Μπούκοβι, καθώς υπήρχαν υποψίες ότι ήταν κομμουνιστής. Λίγο αργότερα, διορίζει τους προέδρους της ομάδας κατά τη διάρκεια της 7ετίας, ένας εκ των οποίων ήταν διορισμένος δήμαρχος Πειραιά και ένας άλλος απόστρατος στρατιωτικός. Το γεγονός ότι η ίδια χούντα παρεμπόδισε την μεταγραφή του Κούδα από τον ΠΑΟΚ στον Ολυμπιακό, όπως επίσης το ότι δόθηκαν κάποια δάνεια στην ομάδα του Ολυμπιακού υπό την προεδρία των διορισμένων από τη χούντα προέδρων, αποδεικνύει την πρόθεση του δικτατορικού καθεστώτος για τον πλήρη έλεγχο του πιο δημοφιλούς αθλήματος της χώρας.
33 χρόνια μετά το Γουέμπλεϊ, στην δημοκρατική μας πλέον Ελλαδάρα, το καλοκαίρι του Euro και της Ολυμπιάδας, το καλοκαίρι της «αθλητικής μας παλιγγενεσίας», κάποιοι τοίχοι των Αθηνών, και όχι μόνο, κοσμούνταν με το σύνθημα «Τόση μπάλα και τόσους μπάτσους από την Χούντα είχαμε να δούμε». Λίγους μήνες αργότερα, το αίμα ενός μετανάστη έβαφε το χώμα της «κοιτίδας του Δυτικού πολιτισμού», γιατί απλά η ομάδα του έτυχε να καταφέρει να νικήσει την πρωταθλήτρια Ευρώπης. Τα συμπεράσματα δικά σας…

Η Μαριάνα Σφακιανάκη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογία του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Υποβολή απάντησης