Η Αισθητική των Καραβανάδων ή αλλιώς το Κιτς στη Χούντα

της Κλεονίκης Αλεξοπούλου

«Καλή Τέχνη είναι αυτή που είναι καλή για τη Μητέρα Πατρίδα», είναι το απόσταγμα της «αισθητικής θεωρίας» του συνταγματάρχη Λαδά. Στην πραγματικότητα, το απόλυτο κριτήριο για την αναγνώριση καλλιτεχνικής αξίας σε ένα λογοτεχνικό ή θεατρικό έργο στα χρόνια της Χούντας δεν είναι άλλο από το αν εξυπηρετεί την εδραίωση του δικτατορικού καθεστώτος ή τουλάχιστον δεν την εμποδίζει.
Τα αυταρχικά καθεστώτα συνήθως φροντίζουν, όχι τόσο να συνάδει η ποιότητα της πνευματικής τροφής που προσφέρουν με τους σκοπούς και τα ιδανικά τους, όπως συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά κυρίως φροντίζουν με φτηνά υποκατάστατα κουλτούρας να κρατούν «τις μάζες σε κατάσταση ικανοποιημένης νάρκης», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ρ. Ρούφος, δείχνοντας  ανοχή σε «ουδέτερες» εκδηλώσεις.# Η απριλιανή δικτατορία, βέβαια, όντας μία ιδιόμορφη περίπτωση αυταρχικής δικτατορίας της Άκρας Δεξιάς με λαϊκό υπόβαθρο, λόγω της καταγωγής των συνταγματαρχών, άλλοτε ασκεί ασφυκτικό έλεγχο ολοκληρωτικού χαρακτήρα στην πολιτιστική παραγωγή κι άλλοτε χαρακτηρίζεται από επιδεικτική ανοχή.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κυριολεκτικά «πτωχή τω πνεύματι» κληρονομιά που άφησε πίσω της η Χούντα, ενθαρρύνοντας κάθε είδους ανόητη δημιουργία μόνο και μόνο επειδή αυτή τύχαινε να την εγκωμιάζει ή να κρατά τον κόσμο μακριά από επικίνδυνους στοχασμούς, μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, έχει αφήσει ευδιάκριτα τα ίχνη της, κυρίως στον κόσμο της τηλεόρασης και στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Ως προς την αισθητική της αρχιτεκτονικής των «ψηλών κτιρίων», που χτίστηκαν κατά κόρον την περίοδο της δικτατορίας κι έχουν ταυτιστεί με τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος (κοντινότερο στους φοιτητές παράδειγμα, το γυάλινο κτίριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), αρκεί να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του Παττακού, που υποστηρίζει ότι οι επόμενες γενιές θα τον ευγνωμονούν για την απόφασή του να αυξήσει κατά 40% το επιτρεπόμενο ύψος δόμησης.
Ως προς τη νέα μορφή όμως, «διαμεσολαβημένης διασημότητας», όπως αποκαλεί η Μαρία Κομνηνού την τηλεόραση,# που κάνει την εμφάνισή της στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’60, υπάρχουν πολλά ζητήματα να θέσει κανείς: απ’ τον αποπροσανατολιστικό ρόλο που έπαιξε η τηλεόραση στα χρόνια της Χούντας ως μέσο πληροφόρησης και «ψυχαγωγίας» μέχρι την κακογουστιά που κουβαλάει ως τα σήμερα, είτε πρόκειται για δελτία ειδήσεων είτε για ψυχαγωγικές εκπομπές και τηλεοπτικές σειρές (με κάποιες φωτεινές, μετρημένες στα δάχτυλα, εξαιρέσεις).
Σκοπός της δικτατορίας ήταν η συγκρότηση μιας καθεστωτικής δημόσιας σφαίρας και η συρρίκνωση του διαλογικού της χαρακτήρα μέσω της τηλεόρασης. Η ταχύτατη διάδοση της τηλεόρασης, πράγματι έλαβε χώρα χωρίς δημοκρατικές προδιαγραφές. Κι ως μέσο πολιτικής επικοινωνίας, η τηλεόραση απέκτησε μια διττή λειτουργία: προβάλλοντας σε καθημερινή βάση τους κυβερνώντες, αφενός εξυπηρετούσε το προπαγανδιστικό έργο τους, εθίζοντας τους εξουσιαζόμενους στο θέαμα των εξουσιαζόντων και στη δοξολογία του παρόντος, αφετέρου όμως, εξαιτίας ακριβώς αυτής της καθημερινής έκθεσης των ηγετών της δικτατορίας στα φώτα της διασημότητας, αποδυνάμωνε την εικόνα ισχύος που αυτοί επεδίωκαν να έχουν, δίνοντας τη δυνατότητα στον κόσμο να παρακολουθήσει πολλάκις τους ασυνάρτητους, για παράδειγμα, λόγους του Παπαδόπουλου.
Όσον αφορά στο ψυχαγωγικό ρόλο της τηλεόρασης καθώς και στην καλλιτεχνική διάσταση του μέσου, που μας απασχολούν στο παρόν άρθρο, οφείλουμε καταρχήν να αναφέρουμε ότι η παραγωγή των ψυχαγωγικών προγραμμάτων είχε ανατεθεί εξ ολοκλήρου σε διαφημιστές. Κι ενώ η δικτατορία είχε επιλέξει το μέσο για να στηρίξει το οικοδόμημα υποκουλτούρας που ονειρευόταν, ταυτόχρονα συνέβαλε στην υπονόμευση της «αυτόχθονης» κινηματογραφικής παραγωγής. Η παρακμή του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου και η στροφή του κοινού προς την τηλεόραση την τριετία 1970-73, συνοδεύεται από την παραγωγή ιδιότυπων ελληνικών μιούζικαλ, θρίλερ και πολεμικών ταινιών με πιο δημοφιλή θέματα την περίοδο της Κατοχής, το Μακεδονικό Αγώνα και την Επανάσταση του ’21. Με εξαίρεση όμως τη θρυλική «Υπολοχαγό Νατάσσα», καθώς και μια-δυο άλλες ταινίες με εμπορική επιτυχία, το είδος των εθνικοηρωικών φιλμ δεν κατόρθωσε (ευτυχώς για το σινεμά) να επιβληθεί στο κοινό. Κατ’ αναλογίαν άρχισαν να εκκολάπτονται φανατικοί του ποδοσφαίρου και ειδήμονες αισθηματικών επιτυχιών της δεκαετίας του ’30, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού χρόνου.
Σταθμός, όμως, στην πνευματική ζωή της χώρας και ένδειξη των «υψηλών» αισθητικών κριτηρίων που διέθετε η Χούντα αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, η «ποιητική έξαρση» που παρατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, την οποία αξιοποίησε η κυβέρνηση εκδίδοντας το 1969 τη «Λαϊκή Μούσα», συλλογή στίχων από υποστηρικτές του καθεστώτος σε όλη τη χώρα. Κι αν στο πίσω μέρος του μυαλού του έχει κανείς ότι ίσως κρίνουμε πολύ αυστηρά τη λαϊκή αυτή έμμετρη ποίηση, επειδή είμαστε αρνητικά προκατειλημμένοι απέναντι σε κάθε δημιούργημα της Χούντας και των φίλων της, τότε ας του δώσουμε τη δυνατότητα να γευτεί ο ίδιος την αισθητική απόλαυση που μπορεί να προσφέρει ένα αντιπροσωπευτικό της συλλογής αυτής άσμα:

«Μεσ’ τον Απρίλη έφθασαν
τρεις μάγοι με τα δώρα
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος
κι ο Παττακός στην ώρα.
Ακόλουθα στέκει πιστός
ο Νίκος Μακαρέζος
που στάθηκε στο ραντεβού
και τώρα σαν Εγγλέζος».

(Πρόδρομος Σακελάριος Μιχαηλίδης, ιερέας)#

Έτσι το καθεστώς δεν αρκείται στις απαγορεύσεις μη αρεστών σ’ αυτό έργων μέσω της προληπτικής λογοκρισίας, αλλά υποδεικνύει και το σωστό είδος καλλιτεχνικής παραγωγής. Το μίσος του για την «παρακμιακή τέχνη», ακολουθείται από την επιθυμία αναστήλωσης των παραδοσιακών αξιών, δυστυχώς, όμως, για την τέχνη, μέσα από χαμηλότατου επιπέδου πνευματικές εκδηλώσεις ή κοινώς γιορτές και πανηγύρια. Στην υπηρεσία αυτού του εγχειρήματος οι δικτάτορες επιστρατεύουν με τη «μέθοδο του καρότου», με υποσχέσεις δηλαδή καλλιτεχνικών βραβείων κλπ., γνωστούς και άγνωστους μέχρι τότε καλλιτέχνες.
Καθώς, όπως αποφαίνεται κι ο τηλεφασίστας Κ.Πλεύρης στο επονομαζόμενο «πόνημά» του «Πολιτική Προπαγάνδα» το 1968, «η προπαγάνδα, προσεταιριζομένη τους καλλιτέχνας, συγκροτεί ένα μέτωπο με φιλική της ποίηση, ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία. Το μέτωπο αυτό συνιστά κατά κανόνα το παραπλανητικό επισκεπτήριον με το οποίον εμφανίζεται εις τον ξένον κόσμον. Εις ονομαστός καλλιτέχνης ακούεται με συμπάθεια από οποιοδήποτε είδος ανθρώπων, διότι τους καλλιτέχνας χαρακτηρίζει ένα προσόν, που είναι αδύνατον να διαθέτουν οι πολιτικοί. Δεν έχουν εχθρούς». Ως προς τους άσημους ή ανερχόμενους καλλιτέχνες δε, ο Πλεύρης εξειδικεύει τα συμπεράσματά του: «η οργανωμένη προπαγάνδα εντοπίζει τους ασήμους, αλλά με αξία που δεν έχει ακόμη αναγνωρισθή, καλλιτέχνας και τους διαφημίζει συστηματικώς. Κατ’ αυτόν τον τρόπον κερδίζει την ευγνωμοσύνην τους, την οποίαν μεταφράζει εις προβολήν της ιδέας που επιθυμεί να διαδώση. Ο καλλιτέχνης είναι ευάλωτος εις την κολακείαν. Εξαγοράζεται με ολίγα χειροκροτήματα ή μερικούς επαίνους».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα σύναξης «προσκυνημένων καλλιτεχνών», όπως συχνά αποκαλούνται, αποτελεί η ειδική φιέστα που διοργανώθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο για την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος. Όπως μας πληροφορεί ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, ανάμεσα στους Διευθυντές της ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας βρίσκεται ο Γ.Κατσαρός και μεταξύ άλλων συμμετέχουν σε εθνικοχουντικά σκετς οι δημοφιλείς τραγουδιστές και ηθοποιοί: Ρ.Βλαχοπούλου, Μαρινέλλα, Κ.Βουτσάς, Ν.Σταυρίδης, Ντ.Ηλιόπουλος, Στ.Κόκοτας, Β.Μοσχολιού, Γ.Ζαμπέτας και Γ.Μπιθικώτσης (παρά την παρακλητική επιστολή που έλαβε ο τελευταίος από το Μ.Θεοδωράκη τον Ιούλιο του 1967 να μην τραγουδήσει τον Ύμνο της 21ης Απριλίου).#
Επιπροσθέτως, εμβατήρια (για παράδειγμα το εμβατήριο υπέρ του χουντικού συντάγματος), μουσικοί και χορευτικοί ρυθμοί, όπως τσάμικα και καλαματιανά, μέχρι και μαντινάδες τίθενται στην υπηρεσία της Χούντας με σκοπό το λεγόμενο «ομαδικό τραγούδι να διαλύσει την ατομικότητα εντός του συνόλου και να επισφραγίσει το ψυχολογικό ενιαίο των ατόμων». Πέρα όμως από την απροκάλυπτη προπαγάνδα που ενέχουν τα αφηγήματα, τα τραγούδια, οι εικαστικοί πίνακες, οι κινηματογραφικές ταινίες ή οι τηλεοπτικές εκπομπές που προώθησε ή παρήγγειλε το δικτατορικό καθεστώς – κι αυτό φτάνει για να αναδειχθεί η γελοιότητά τους – είναι τόσο φτωχά σε έμπνευση και καλαισθησία, όσο και η ιδεολογία που καθρεφτίζουν. Άλλωστε, το υποκειμενικό στοιχείο στην τέχνη έχει και τα όριά του.
Αντί όμως ανάλογα δημιουργήματα σιγά σιγά να εξαφανιστούν, αναπαράγονται μια χαρά μέχρι τις μέρες μας μέσα από εκπομπές τύπου «Μαστοράκη» σε κανάλια της, ιδιωτικής πλέον, τηλεόρασης, «σκοτώνοντας εκτός από τη μνήμη μας και την αισθητική μας», όπως πολύ ωραία το έθεσε ένας/μία blogger σε σχετική συζήτηση τον περασμένο Απρίλιο,# 40 χρόνια μετά την κήρυξη της δικτατορίας.

Η Κλεονίκη Αλεξοπούλου είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ

Υποβολή απάντησης