Και να που φτάσαμε ώς εδώ. Χωρίς αποσκευές; Και ναι και όχι. Γιατί είναι χρήσιμη αποσκευή, ας πούμε, το καλό αποτέλεσμα σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου όμοροι χώροι όπως το ΠΑΣΟΚ και οι Οικολόγοι κατέγραψαν ποσοστά που θα προϋπέθεταν μια μεγάλη συμπίεση του χώρου που εκπροσωπεί ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς – και μάλιστα έπειτα από μια δύσκολη περίοδο κρίσης και εσωστρέφειας. Είναι αναπόφευκτη όμως η ανάγκη να κάνουμε μια συνολική αποτίμηση, έχοντας στο νου μια υπαρκτή και εμπειρικά απτή δυναμική που ο χώρος μας κατάφερε να δημιουργήσει, τώρα αλλά και νωρίτερα. Το καίριο ερώτημα είναι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι ένα άλλο κόμμα, σε μια δεδομένη συγκυρία, θεωρήθηκε δυνάμει αποδέκτης της ψήφου ενός μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων και γιατί τελικά αυτό το “δυνάμει” δεν κατέληξε σε κάτι πιο χειροπιαστό.
Μέσα στον Συνασπισμό, σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη, επιτελέστηκε μια σημαντική “συνάντηση”: η συνάντηση δύο ιστορικών τάσεων και πολιτικών αντιλήψεων, εγγενών στο ίδιο το σώμα της Αριστεράς, που δεν ταυτίζονται με τα στενότερα όρια των εσωκομματικών μας τάσεων όπως τις ξέρουμε. Πρόκειται για την τάση του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό και την τάση του κομμουνιστογενούς ριζοσπαστισμού. Η πρώτη μπορεί να πει κανείς ότι διαμόρφωσε κυριαρχικά την ταυτότητα του κόμματός μας μέχρι τα τέλη του ’90, μια ταυτότητα διακριτή –μάλλον ελκυστική για σημαντικό μέρος της κοινωνίας, συνήθως ευρύτερο από τις εκλογικές μας επιδόσεις–, με ορισμένα σαφή χαρακτηριστικά: συνεκτικός προγραμματικός και μεταρρυθμιστικός αριστερός λόγος, αριστερός ευρωπαϊσμός και αντιεθνικισμός, παρέμβαση της Αριστεράς στις θεσμικές δημοκρατικές διαδικασίες, έμφαση στα ζητήματα ελευθεριών και δικαιωμάτων, στα “μεταϋλιστικά” αιτήματα, αποδοχή της δημοκρατίας (ουσιαστικής και τυπικής ακόμη) ως αναγκαίου όρου για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Όμως, από ένα σημείο και μετά, τα οριακά εκλογικά αποτελέσματα, η ήττα απέναντι στην ηγεμονία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, η επίγνωση του γεγονότος ότι μια Αριστερά δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά προγραμματική χωρίς άλλου τύπου διαδικασίες διεκδίκησης σε συμβιωτική συνύπαρξη και αλληλοτροφοδότηση, έφερε, από το 2000 και έπειτα, την αλλαγή του εσωκομματικού συσχετισμού και την ανάδυση μιας άλλης ταυτότητας, που επιχειρούσε τη γείωση της κομματικής πολιτικής στους κοινωνικούς χώρους και φλέρταρε με τις κινηματικές διεργασίες που συντελούνταν σε παγκόσμιο επίπεδο. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »







