Hugo Chavez for ever?

Ήταν το καλοκαίρι του 2005 όταν με την τριμελή αντιπροσωπεία της Νεολαίας ΣΥΝ βρέθηκα στο Καράκας της Βενεζουέλας για να συμμετέχουμε στο φεστιβάλ της ΠΟΔΝ ως παρατηρητές. Ήταν η πρώτη φορά που μελή της νεολαίας ΣΥΝ πήγαιναν στην χώρα του Σιμόν Μπολιβάρ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα μαζί με τις εκδηλώσεις και την παρουσίαση της δουλειάς που κάναμε στην οργάνωση έγραψα και ένα άρθρο για την ενέδρα (το περιοδικό της Νεολαίας Συν ) με τίτλο «Βενεζουέλα η χώρα του υπαρκτού δημοκρατικού σοσιαλισμού». Έκτατε παρακολουθώ ανελλιπώς τις πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο στην Βενεζουέλα αλλά και σ ολόκληρη την Λατινική Αμερική, ένα πείραμα που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και συναρπαστικό.
Για να δικαιολογήσω τον πομπώδη τίτλο του κειμένου μου έγραφα τότε μέσα στο κείμενο «το εξαιρετικά συναρπαστικό με την υπόθεση της Βενεζουέλας είναι ότι η επανάσταση δεν έχει γίνει μια φορά αλλά έχει γίνει 10. Ναι 10 ολόκληρες φορές…» και αναφερόμουν σε όλα τα δημοψηφίσματα τις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές που είχε κερδίσει η παράταξη της οποίας επικεφαλής ήταν και είναι ο πρόεδρος Τσαβες. Ο σοσιαλισμός του Τσάβες δεν ήταν και δεν είναι ένας σοσιαλισμός εφάπαξ. Ζητά ψήφο εμπιστοσύνης από τον λαό, δεν απαγορεύει τη πολιτική δραστηριότητα στην αντιπολίτευση κ.ο.κ. πράγματα καθόλου αυτονόητα για τον σοσιαλισμό του 20ου αιώνα. Αυτές οι καινοτομίες δημοκρατίας, η αποκέντρωση των εξουσιών και οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που γίνονται στο επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας καθώς και η δημιουργία της περιφερειακής ένωσης της ALBA που στόχο έχει τη συνεργασία με όλες τις προοδευτικές κυβερνήσεις της Αμερικής με καθιστούσαν και με καθιστούν όχι ένθερμο αλλά φανατικό υποστηρικτή του εγχειρήματος της Μπολιβαριανής επανάστασης.
Πριν από λίγες μέρες διεξήχθη άλλο ένα δημοψήφισμα στη Βενεζουέλα. Αυτό για την άρση του συνταγματικού περιορισμού των 2 θητειών στη θέση του προεδρικού αξιώματος. Ο Τσάβες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δήλωσε ότι θέλει να παραμείνει πρόεδρος της χώρας μέχρι το 2019 και ότι αυτή είναι μια νίκη του σοσιαλισμού που διασφαλίζει ότι δεν θα έχει πισωγυρίσματα.
Θα μου επιτρέψετε νá έχω όχι μόνο διαφορετική αλλά αντίθετη άποψη από τον πρόεδρο Τσάβες. Η διαδικασία του σοσιαλισμού ουδέποτε υπήρξε υπόθεση των προσώπων. Τα πρόσωπα συμπύκνωναν, εξέφραζαν και εφάρμοζαν πολιτικές όχι ως αποτέλεσμα προσωπικής βούλησης αλλά ως αποτέλεσμα ώριμων αιτημάτων και συνισταμένων συγκρούσεων που εξελισσόταν στο εσωτερικό των κοινωνιών. Τα πρόσωπα αυτά καθ αυτά παίζουν ένα μικρό και σχετικό ρόλο στην διαμόρφωση της ιστορίας από μόνα τους. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να τον υποτιμάμε αλλά όχι και να τον ανάγουμε σε κινητήριο μοχλό της ιστορίας.
Εδω αρχίζουν να ελλοχεύουν κίνδυνοι για το εγχείρημα του σοσιαλισμού στην Βενεζουέλα. Δεν υπάρχει άλλη πολιτική προσωπικότητα που να μπορεί να αντικαταστήσει τον Τσάβες για μια θητεία; Είναι δυνατόν να κινδυνεύει ο σοσιαλισμός απ αυτό; Θα καταρρεύσει ο σοσιαλισμός αν ο πρόεδρος αρρωστήσει όπως παθαίνουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο; Ποιος μας εγγυάται ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις που αναπτύσσονται όχι μόνο όσον αφορά τον πρόεδρο αλλά μια ολόκληρη ηγετική ομάδα δεν κρύβουν μέσα τους το σπέρμα της αλαζονείας και γιατί όχι και της διαφθοράς αλλά και της απόστασης με την πραγματικότητα; Πως μπορούμε να εγγυηθούμε ότι η στάση αυτή δεν λειτουργεί ως αντιπαράδειγμα για το σύνολο των σχέσεων εξουσίας και υποταγής σε όλα τα αιρετά αξιώματα της χώρας;
Υπάρχουν πολλές «δικαιολογίες» ,εκεί είναι Λ. Αμερική δεν είναι Ευρώπη, εκεί οι ηγέτες παίζουν άλλο ρόλο και οι καταστάσεις είναι πιο προσωποπαγείς και υπάρχει και διαφορά στο μορφωτικό επίπεδο, το ψήφισε ο λαός δεν το επέβαλε, εκλογές θα γίνονται και προφανώς ο λαός θα αποφασίζει. Σίγουρα είναι σεβαστές…
Βεβαία δεν καθόλου τυχαία η ρήση «η εξουσία είναι σαν το βιολί την κρατάς με το αριστερό και την παίζεις με το δεξί» για να δείξει την αλλοτρίωση και την συντηριτικοποίηση που μπορεί να φέρει η μακρόχρονη παραμονή συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένες θέσεις. Αν κάτι μας δίδαξε η ήττα του σοσιαλισμού του περασμένου αιώνα είναι ότι σοσιαλισμός, δημοκρατία και ελευθερία είναι έννοιες αδιαίρετες και συμπληρωματικές και θα πρέπει να διαπερνούν την καθημερινότητα της πολιτικής πρακτικής των υποκειμένων που προσπαθούν να μετασχηματίσουν τον κόσμο.
Η πολιτική όμως προχωρεί, δεν θα ήταν ευτυχές για το παγκόσμιο πείραμα του σοσιαλισμού να δούμε τον επόμενο αριστερό πρόεδρο της Βενεζουέλας να έρχεται μετά το βιολογικό τέλος του Τσάβες σαν να είναι ο Πάπας της λατινικής Αμερικής και σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ευτυχές ο επόμενος πρόεδρος της Μπολιβαρινης δημοκρατίας να είναι ο μικρός αδελφός του Τσάβες. Με εμπιστοσύνη στις αγωνιστικές, επαναστατικές και δημοκρατικές δυνάμεις του λαού της Βενεζουέλας και της Λατινικής Αμερικής είναι βέβαιο ότι θα βρεθούν οι διέξοδοι για την περεταίρω ανάπτυξη των εναλλακτικών πολιτικών της αριστεράς σε μια δύσκολη παγκόσμια συγκυρία που το όραμα του νεοφιλελευθερισμού και της αχαλίνωτης αγοράς καταρρέει.

Ασύμφορη περιβαλλοντικά, πανάκριβη οικονομικά

Την προβαλλόμενη “μαγική λύση” της καύσης των απορριμμάτων ως απάντηση στο πρόβλημα της διαχείρισής τους, με αφορμή τις συζητήσεις για δημιουργία μονάδας καύσης απορριμμάτων στη Ρόδο, αποδομούν η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης (ΟΕΑ) και η Greenpeace.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιούν ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων (πρόληψη – ανάκτηση – ανακύκλωση – εναλλακτική διαχείριση – κομποστοποίηση) έχει το 1/12 του κόστους λύσεων που περιλαμβάνουν την καύση, προσφέρει εντυπωσιακά περισσότερες θέσεις εργασίας, ενώ προστατεύει την υγεία και το περιβάλλον από επικίνδυνες τοξικές ουσίες, αλλά και αέρια του θερμοκηπίου.

Ειδικά για την πρόταση της Ρόδου εκτιμούν πως το συνολικό κόστος των υποδομών για τη διαχείριση του συνόλου των απορριμμάτων στη Ρόδο μπορεί να μειωθεί από τα 100 εκατομμύρια ευρώ (που προϋπολογίζεται αρχικά με την καύση) σε σημαντικά κάτω από 8 εκατομμύρια ευρώ.

Ταυτόχρονα για κάθε μία θέση εργασίας σε εργοστάσιο καύσης ή ΧΥΤΑ, η ολοκληρωμένη περιβαλλοντική διαχείριση προσφέρει από 10 έως και 300 θέσεις εργασίας ανάλογα το υλικό και τη μέθοδο διαχείρισης.

Όπως εξηγούν, τα εργοστάσια καύσης απαιτούν τουλάχιστον 6-10 χρόνια για να αποδώσουν, χρειάζονται οπωσδήποτε κοντά τους ΧΥΤΑ για τις περιπτώσεις διακοπής της λειτουργίας τους, αλλά και ΧΥΤΑ για τη διάθεση του τοξικού υπολείμματός τους.

Η καύση δημιουργεί μια θέση εργασίας ανά 10.000 τ. απορριμμάτων, ενώ το σύστημα “επαναχρησιμοποίηση – εναλλακτική διαχείριση” δημιουργεί 25-300 θέσεις, ανάλογα το υλικό. Το κόστος χρέωσης ξεπερνά τα 100-150 ευρώ ανά τόνο, που σημαίνει ότι τα δημοτικά τέλη θα πρέπει να αυξηθούν τουλάχιστον 30%-100%.

Επιπλέον η υιοθέτηση της καύσης υπονομεύει την ανακύκλωση συσκευασιών, όταν ο υποχρεωτικός στόχος είναι ανακύκλωση κατ’ ελάχιστον 55% κατά βάρος μέχρι την 31.12.2011.

Οι δύο οργανώσεις καλούν τα αρμόδια υπουργεία, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα κόμματα και τους επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς της χώρας να απορρίψουν τις τεχνολογίες αυτές, καθώς “με βάση τα διεθνή τεχνολογικά δεδομένα της καύσης – πυρόλυσης – αεριοποίησης σε σχέση με τις εναλλακτικές τεχνολογικές επιλογές που έχουμε (πρόληψη, ανακύκλωση, εναλλακτική διαχείριση και κομποστοποίηση) και από τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας μας δεν πρέπει να επιλέξουμε κάποια από αυτές τις τεχνολογίες ως μέθοδο διαχείρισης των απορριμμάτων μας”.

Με το πρόγραμμα ανιχνεύουμε νέους δρόμους – ομιλία του Γιάννη Δραγασάκη στο διαρκές ΣΥΝέδριο

dragasakis_lowΜε το πρόγραμμα κάναμε κάτι το οποίο είναι τολμηρό. Ανοίξαμε καινούργια θέματα. Ανιχνεύουμε καινούργιους δρόμους και στο προγραμματικό και στο πολιτικό, ακόμη και στο εννοιολογικό επίπεδο κι αυτό έχει ρίσκο. Θα πετύχουμε; Στο χέρι μας είναι. Όταν π.χ. πας να εκφράσεις κάτι και λες, για να το πετύχω θα χρησιμοποιήσω τον όρο «οικονομία των αναγκών», αυτό μπορεί να αποδειχτεί ότι δημιουργεί συγχύσεις, ότι δεν πετυχαίνεις το στόχο σου, μπορεί και να το ανακαλέσεις και να πεις κάτι άλλο. Υπάρχουν λοιπόν θέματα που όντως είναι θέματα για περαιτέρω συζήτηση. Δεν το λέμε περαιτέρω συζήτηση έτσι για να ξεφύγουμε. Επίσης υπάρχουν θέματα γνώσης, υπάρχουν απορίες και σε μας τους συγγραφείς και στους αναγνώστες. Άκουσα ένα ερώτημα: Μα δεν είναι παραδοξολογία να μιλάμε για «ρυθμιζόμενο νεοφιλελευθερισμό»; Δεν είναι. Υπάρχει ένα στερεότυπο που λέει: καπιταλισμός ίσον αγορά, σοσιαλισμός ίσον κράτος. Με βάση αυτό το στερεότυπο είναι παραδοξολογία, αλλά αυτό το στερεότυπο είναι λάθος. Το σωστό είναι ότι καπιταλισμός ίσον και κράτος και αγορά υπέρ του κεφαλαίου και σοσιαλισμός ίσον κοινωνία, η οποία χρησιμοποιεί και το κράτος και την αγορά -στον βαθμό και το μέτρο που τα χρειάζεται- για να υπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς. Άρα πρέπει να ανατρέψουμε και κάποια στερεότυπα και όχι να πέφτουμε θύματά τους. Σε ό,τι αφορά δε το συγκεκριμένο, ναι, μπορεί να έχουμε αυτό το φαινόμενο του «ρυθμιζόμενου νεοφιλελευθερισμού», μπορεί να έχουμε αυταρχικό κράτος με ασύδοτες αγορές, το ανέλυσε πρόσφατα ο Λίο Πάνιτς, ένας Καναδός μαρξιστής που ήρθε εδώ με πρόσκληση του “Πουλαντζά” και μπορεί κανείς να ανατρέξει στη διάλεξή του, το αναλύει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ στα βιβλία του περί νεοφιλελευθερισμού και νεο-ιμπεριαλισμού και οι πιο απαιτητικοί μπορούν να ψάξουν τους “Financial Times”. Δηλαδή δεν βάλαμε κάτι για να σνομπάρουμε, δεν βάλαμε κάτι εκ του προχείρου. Αναζητήσαμε τρόπους και όρους για να προσεγγίσουμε νέα φαινόμενα, να αποτυπώσουμε νέες καταστάσεις. Επί τη ευκαιρία, ας συμφωνήσουμε και στο εξής: Ακόμη κι εκεί που έχουμε διαφωνίες, να ξεχωρίσουμε το εξής: Συμφωνούμε ότι υπάρχει πρόβλημα; Συμφωνούμε ότι ως αριστερά έχουμε τεράστια ελλείμματα ιστορικά κληρονομημένα αλλά και καινούργια, τα οποία πρέπει να ερευνήσουμε, να συζητήσουμε, να ανοίξουμε ένα διάλογο; Συμφωνούμε ότι πρέπει να ορίσουμε ξανά το περιεχόμενο του σοσιαλισμού; Συμφωνούμε ότι πρέπει να συζητήσουμε εξαρχής το θέμα υπέρβασης του καπιταλισμού – προσέγγισης του σοσιαλισμού; Να συμφωνήσουμε ότι υπάρχουν τα θέματα ανοιχτά, ας συμφωνήσουμε μια διαδικασία και από εκεί και πέρα με συγκεκριμένα βήματα σαν αυτό που κάνουμε εδώ, στο Συνέδριό μας, με προσοχή, αλλά με τόλμη και με αποφασιστικότητα, να ανοίξουμε αυτό τον δρόμο για να γράψουμε -όπως πολύ σωστά είπε ένας σύντροφος- μια σελίδα έστω σ’ αυτό το νέο βιβλίο της αριστεράς που πρέπει να γραφτεί. Ας δούμε γενικότερα αυτή την προγραμματική προσπάθεια ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου με στόχο την ανάταση της αριστεράς σ’ ένα επίπεδο από το οποίο να μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονική παρουσία της, όπως τόνισα και στην εισήγησή μου προχθές. Τώρα, πιο συγκεκριμένα θέματα τα οποία αναδείχτηκαν και νομίζω, ότι πρέπει να τα διευκρινίσουμε.

Πρώτο θέμα.

Αληθεύει ότι το κείμενο υποστηρίζει την άποψη ότι ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται; Δεν αληθεύει, σύντροφοι. Πρόγραμμα ώριμων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων προτείνουμε. Θα το προτείναμε αν πιστεύαμε ότι ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται; Πρώτον, ο καπιταλισμός εξελίσσεται με βάση και τις δικές του δυναμικές. Δεύτερον, μεταρρυθμίζεται ως αποτέλεσμα των κοινωνικών και των πολιτικών αγώνων. Και στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εμείς αναπτύσσουμε μια ολόκληρη προσπάθεια παρέμβασης στις εξελίξεις. Ποιο θέμα αφήνει συνειδητά ανοικτό το κείμενο; Και αν εκεί δεν υπάρχει συμφωνία, να το δούμε. Το κείμενο αφήνει ανοικτό το εξής ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει και η κατάργηση του καπιταλισμού μόνο με μεταρρυθμίσεις; Υπό ποιους όρους; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Το κείμενο, αυτό το θεωρεί ανοικτό θέμα. Το ορίζουμε ως περιοχή περαιτέρω διαλόγου, έρευνας και αναζήτησης και μάλιστα δηλώνεται ρητά μέσα στο κείμενο. Αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε συγκεκριμένοι, η διαφορά δεν βρίσκεται στο αν είμαστε υπέρ ή κατά των μεταρρυθμίσεων αλλά στο πώς ακριβώς τίθεται σήμερα το θέμα που παλιά λέγαμε κοινωνική επανάσταση. Και όταν κάνουμε το τακτικό Συνέδριο, εγώ θα εισηγηθώ να μην αρνηθούμε την ανάγκη της, αλλά να εξετάσουμε με ποιες πιθανές μορφές το θέμα αυτό τίθεται σήμερα. Αυτό όμως θα το συζητήσουμε στο τακτικό Συνέδριο, δεν είναι θέση του κειμένου αυτό που σας λέω τώρα εδώ. Προσωπικά θεωρώ πως όσα στο κείμενο εκτίθενται επί του παρόντος είναι επαρκή για να προχωρήσουμε.

Δεύτερο θέμα.

Είναι σωστό ότι ο σοσιαλισμός κατανοείται μόνο ως τελικός σκοπός και όχι ως διαρκές κίνημα; Δεν είναι σωστό. Διότι αν θεωρούσαμε ότι ο σοσιαλισμός είναι μόνο τελικός σκοπός, θα γράφαμε ότι είναι τελικός σκοπός. Δεν γράφουμε αυτό το πράγμα, σύντροφοι. Στο κείμενο εκτίθεται ο σοσιαλισμός ως ένα κίνημα που μάλιστα θέλουμε να αρχίζει από τώρα. Γιατί αυτή η παρανόηση; Ορίζεται ως ένα κίνημα το οποίο θέλουμε να γίνει λαϊκό κίνημα. Και θέλουμε να διαμορφωθεί κοινή συνείδηση, ότι αυτός που αγωνίζεται στον Βοτανικό ενάντια στο “Mall”, αυτός που αγωνίζεται στο εργοστάσιο ενάντια στις απολύσεις, αυτός που αγωνίζεται στις παραλίες για να πέσουν τα κάγκελα, αυτός που αγωνίζεται για την προστασία του περιβάλλοντος, όλοι αυτοί οι πολίτες και οι αντίστοιχοι αγώνες τους έχουν κοινά στοιχεία που εμείς ακριβώς αυτά θέλουμε να αναδείξουμε. Πού, ενδεχομένως, υπάρχει μια διαφωνία; Και γι’ αυτό έκανα και στην εισήγησή μου μια σχετική παρατήρηση. Η διαφωνία, ενδεχομένως, υπάρχει στο ότι για μας, για τους συντάκτες του κειμένου και τους εισηγητές, περιεχόμενο του σοσιαλισμού ως κινήματος είναι ο αντικαπιταλισμός. Δεν μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για μετάβαση στο σοσιαλισμό ως να μην υπάρχει αντίπαλος, για ένα κίνημα χωρίς σαφές κοινωνικό περιεχόμενο, ως μια εξελικτική χωρίς συγκρούσεις διαδικασία. Αυτή είναι μια άποψη. Αν υπάρχει άλλη, να τη συζητήσουμε, αλλά όχι ότι το κείμενο δεν ορίζει τον σοσιαλισμό και ως κίνημα. Και με αυτή την έννοια διατύπωσα στην εισήγησή μου και την κρίση για τον «ρυθμιζόμενο καπιταλισμό». Διότι εδώ υπάρχει κίνδυνος και άλλων παρεξηγήσεων. Εγώ είπα, και μπορεί κανείς να δει τη διατύπωση στο κείμενο της εισήγησής μου, ότι στοιχεία «ρυθμιζόμενου καπιταλισμού» μπορεί κι εμείς να υιοθετήσουμε. Σήμερα π.χ. ο Κρούγκμαν στην “Ελευθεροτυπία”, ένας νεο-κεϋνσιανός οικονομολόγος, μιλάει για εθνικοποίηση των τραπεζών. Εμείς θα πούμε όχι; Μα αυτή η εθνικοποίηση, όπως την προτείνει ο Κρούγκμαν, είναι στοιχείο ενός ρυθμιζόμενου καπιταλισμού. Εγώ λέω ότι θα πούμε ναι στην εθνικοποίηση των τραπεζών. Αλλά αυτή είναι η στρατηγική μας; Όχι, η στρατηγική μας αξιοποιεί αυτό το στοιχείο, αλλά δεν μένει μόνο σ’ αυτό. Θέλουμε εθνικοποίηση, αλλά θέλουμε και αλλαγή των σκοπών και των κριτηρίων λειτουργίας των τραπεζών. Και μ’ αυτή την έννοια θεώρησα σκόπιμη την επισήμανση ότι η δική μας στρατηγική δεν περιορίζεται σ’ ένα πλαίσιο «ρυθμιζόμενου καπιταλισμού». Αν οι σύντροφοι στους οποίους απέδωσα αυτή την άποψη θεωρούν ότι δεν είναι οπαδοί της συγκεκριμένης άποψης, συμφωνούν δηλαδή ότι πρέπει να βρούμε τρόπο να εκφραστεί και να αναπτυχθεί η αντικαπιταλιστική διάσταση του κινήματος για τον σοσιαλισμό, τότε, γι’ αυτό κάνουμε το Συνέδριο, γι’ αυτό είμαστε εδώ, για να διευκρινίζουμε και να αναπτύσσουμε τις σκέψεις μας, γι’ αυτό θα συνεχίσουμε την επεξεργασία των θέσεών μας.

Τρίτο θέμα.

Αληθεύει ότι το κείμενο αποκλείει τις πολιτικές συμμαχίες και ότι ως μόνη συμμαχία θεωρεί τη συμμαχία στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ; Το απάντησα το θέμα αυτό, πιστεύω επαρκώς, στην εισήγησή μου. Το λέω και τώρα, ότι είναι λάθος. Η άποψη αυτή δεν έχει βάση. Η διαφορά δεν είναι ναι ή όχι στις συμμαχίες. Η διαφορά είναι συμμαχίες στη βάση του αυτοπροσδιορισμού μας, συμμαχίες στη βάση της ιδεολογικής μας αυτοτέλειας και της στρατηγικής μας αυτονομίας ή συμμαχίες με μια αυτολογοκρισία των δικών μας θέσεων, μια ελαχιστοποίηση ή και εγκατάλειψη των δικών μας θέσεων μόνο και μόνο για να πετύχουμε τις συμμαχίες. Νομίζω ότι και αυτό το θέμα με επάρκεια αναλύεται στα κείμενα.

Τέταρτο θέμα.

Ταυτίζουν τα κείμενά μας τη σοσιαλδημοκρατία με τη δεξιά; Άκουσα και κάποιες ομιλίες που είπαν “ναι, την ταυτίζουν και καλά κάνουν”. Όχι, τα κείμενα δεν κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Είναι άλλο ο χαρακτήρας και η γενικότερη ιστορική διαδρομή της σοσιαλδημοκρατίας και άλλο οι κατά περίπτωση συγκεκριμένες κυβερνήσεις και οι πολιτικές τους. Τα κείμενα ασκούν κριτική στις κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς και σε κυβερνητικές επιλογές που ασκήθηκαν, που τις ζήσαμε τα τελευταία χρόνια. Εμείς επίσης δεν θεωρούμε ενιαία τη σοσιαλδημοκρατία. Εμείς διεκδικούμε να πείσουμε, με το σχέδιό μας, δυνάμεις που σήμερα δηλώνουν ότι ανήκουν στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Εμείς διεκδικούμε μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία με πυρήνα την αριστερά.

Πέμπτο θέμα.

Αληθεύει ότι τα κείμενά μας θέτουν σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα και τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό; Ούτε αυτό είναι σωστό. Είναι γεγονός, και το αναγνωρίζουμε, ότι επειδή έχουμε ευρωεκλογές και επειδή θα υπάρξει ειδική διακήρυξη, το κείμενο που έχετε δεν ήταν τόσο εξαντλητικό όσο θα ήταν υπό άλλες συνθήκες στα θέματα Ευρώπης αλλά και γενικά τα διεθνή. Όμως ας δούμε την ουσία. Πώς τίθεται σήμερα το θέμα της Ε.Ε.; Ευρωπαϊκή ταυτότητα σήμερα σημαίνει αναγνώριση της κρίσης που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση και διατύπωση μιας αριστερής απάντησης στην κρίση αυτή. Αυτή είναι η θέση μας. Δηλαδή η Ε.Ε. ζει σήμερα μια κρίση που ενδεχομένως και να οξυνθεί, που ενδεχομένως και να πάρει τη μορφή του διλήμματος, ή αποσύνθεση του ευρώ ή βαθύτερη και δικαιότερη ολοκλήρωσή της. Επομένως, για μας, αριστερή πολιτική σημαίνει αναγνώριση της κρίσης της Ε.Ε. και προβολή ενός αριστερού σχεδίου για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Μια τελευταία διευκρίνηση-παρατήρηση, επειδή μου είπαν ότι το έδειξαν τα κανάλια. Έδειξαν, μου είπαν, ένα απόσπασμα από μια ομιλία να λέει ότι το πρόγραμμά μας, αν το κοστολογήσουμε, θα χρειαστούν 4-5 κρατικοί προϋπολογισμοί. Επειδή λοιπόν μπορεί να ερωτηθούμε, να πούμε δυο κουβέντες σ’ αυτό. Μας ενδιαφέρει το θέμα της κοστολόγησης των προτάσεών μας. Δεν μας αφήνει αδιάφορους. Όμως πριν απ’ αυτό να έχουμε υπόψη ότι υπάρχει μια συζήτηση για το ποιος φταίει για την υπερχρέωση της χώρας μας, ένα πρόβλημα που ενδεχομένως να οδηγήσει και σε δραματικές εξελίξεις. Πρέπει λοιπόν να είμαστε σαφείς ότι δεν φταίνε ούτε η αριστερά ούτε οι εργαζόμενες τάξεις για την υπερχρέωση της Ελλάδας. Υπεύθυνοι για την υπερχρέωση της Ελλάδας είναι οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. Το 1980 το δημόσιο χρέος ήταν 24% του εθνικού εισοδήματος. Το 1990 ήταν 90%. Το 2004 ήταν 98% και τώρα είναι πάνω από 100% του εθνικού εισοδήματος αν υπολογίσουμε κι αυτό που δεν γράφεται, όπως χρέη νοσοκομείων, ΕΛΓΑ κ.λπ. Πρέπει λοιπόν να είναι σαφές στον ελληνικό λαό ότι οι κυβερνήσεις του δικομματισμού έχουν οδηγήσει την Ελλάδα στην υπερχρέωση και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και η αριστερά, με το πρόγραμμά της, καλείται να σώσει την κοινωνία απ’ αυτόν τον κίνδυνο. Το δεύτερο, είναι ότι εδώ μέσα δεν συζητήσαμε ένα πρόγραμμα «παροχών». Εδώ συζητήσαμε για ένα νέο τρόπο παραγωγής και κατανομής του πλούτου με όρους αειφορίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ότι εδώ μέσα συζητήσαμε επομένως για το πώς θα αναπτύξουμε την οικονομία, πώς θα κάνουμε δίκαιη την κοινωνία και όχι απλώς πώς θα υποσχεθούμε παροχές χωρίς αντίκρισμα. Και πρέπει αυτό να το μάθει ο κόσμος.

Τέλος, θέμα «κοστολόγησης» πράγματι υπάρχει, ιδίως όταν μιλάμε για τα άμεσα μέτρα. Δηλαδή όταν λέμε αύριο το πρωί προτείνουμε «αυτό», πρέπει να έχουμε επίγνωση αυτό που προτείνουμε τι σημαίνει και από δημοσιονομικής άποψης. Πρέπει λοιπόν να σας πω ότι αυτό το κάνουμε. Όταν καταθέσαμε την πρόταση νόμου για το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», κάναμε κοστολόγηση και είπαμε ότι μέγιστο ύψος δαπανών για την υλοποίηση της πρότασής μας είναι το 0,5% του εθνικού εισοδήματος. Όταν προτείναμε την εθνικοποίηση της Εθνικής Τράπεζας -που την προτείνουμε και τώρα- έχουμε δει ότι με 3 δισ. ή και λιγότερα μπορεί να εξασφαλισθεί ο δημόσιος έλεγχός της. Και οι προτάσεις που κάναμε για νέα τράπεζα για τη στέγη, για τις μικρές επιχειρήσεις κ.λπ. τα έχουμε κοστολογήσει όλα. Σας ενημερώνω λοιπόν ότι το κόστος αυτών των προτάσεων είναι ένα μικρό μέρος των 28 δισ. ευρώ που η κυβέρνηση έχει διαθέσει υπέρ των τραπεζών χωρίς όρια, χωρίς έλεγχο. Και για την πρότασή μας για τις 100.000 θέσεις εργασίας έχουμε κάνει σχετική κοστολόγηση. Θέλουμε να είμαστε ακόμη πιο λεπτομερείς και συγκεκριμένοι; Πολύ ωραία. Γι’ αυτό πρέπει να καθίσουμε, να κάνουμε ομάδες, να κάνουμε επιτελεία, να βοηθήσουν όλοι και να οργανώσουμε έτσι τη δουλειά μας ώστε να κάνουμε πιο ισχυρή την πολιτική μας και όχι να καλλιεργούμε αντιπαραθέσεις εκεί που δεν υπάρχει λόγος.